Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Sharp Objects

2018 // Jean-Marc Vaillée

Μετά τις ταινίες C.R.A.Z.Y. (2005), Café de flore (2011), Dallas Buyers Club (2013), Wild (2014) και τη μίνι σειρά Big Little Lies (2017), ο Jean-Marc Vaillée επανέρχεται με το Sharp Objects, επίσης μίνι σειρά, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Gillian Flynn. Το σενάριο έγραψε η Marti Noxon. Με την Amy Adams να ξεχωρίζει, ρεσιτάλ ερμηνείας δίνουν οι γυναίκες της σειράς, Patricia Clarkson και Eliza Scanlen στους πρωταγωνιστικούς, κεντρικούς ρόλους. Η σειρά έχει άψογο μοντάζ από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, που λειτουργεί καθοριστικά για το αποτέλεσμα. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, αλλά φαντάζομαι ότι θα είναι τόσο καλογραμμένο όσο και το Gone Girl που το είχα διαβάσει σε μετάφραση. Εντούτοις, σε πολύ μεγάλο βαθμό, θεωρώ πως το κινηματογραφικό αποτέλεσμα είναι τόσο δυνατό, γιατί βασίζεται σε αυτόν τον κόσμο που έχει δημιουργήσει η Flynn. Έχω μία περίεργη σύνδεση με την αμερικάνικη επαρχία, αισθάνομαι πως μέσα από τις ταινίες και τις σειρές που έχω δει, έχει αναπτυχθεί μία οικειότητα, αλλά και μία ταύτιση, πολύ περισσότερο από ό,τι μάλλον με την ελληνική. Μέσα από τέτοιες σειρές, αναδεικνύονται οι καθημερινές προβληματικές των μικροαστικών ομάδων και μπορούμε να εντοπίσουμε κάποιες μακρινές αναλογίες. Το Wind Gap, αυτή η μικρή πόλη, όπου συμβαίνουν πράματα και θάματα, μετατρέπεται γρήγορα από απλώς μυστηριώδες σε ένα αποτρόπαιο και εφιαλτικό μέρος που σαπίζει εκ των έσω.

Ακόμα πιο θαυμάσιος είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δημιουργοί της σειράς επιτυγχάνουν να διαχειριστούν την προβολή του τραύματος από την οικογένεια, καθώς και να καταδείξουν, παράλληλα, τις πολύπλοκες συνδέσεις που ενυπάρχουν σε αυτήν. Για πρώτη φορά, μου φαίνεται πως βλέπω την επιβολή της μητέρας τόσο καλά δομημένη, μέσα από αυτή τη σειρά. Βέβαια, μιλάμε για μία μητέρα με ένα ιδιαίτερο σύνδρομο που είναι και ιδιοκτήτρια βιομηχανίας εκτροφής και σφαγής γουρουνιών και έχει και απαράδεκτο χαρακτήρα, πάμπλουτη αλλά με μικροαστική και διαταραγμένη συμπεριφορά. Το ζήτημα της κακοποίησης των ζώων δεν τίθεται πρωταρχικά, αλλά φαίνεται σαν να τοποθετείται για να εντείνει την υπόνοια της καλυμμένης βίας. Επιτέλους, έχουμε πρωταγωνίστρια γυναίκα, ερευνήτρια-δημοσιογράφο (Amy Adams) που παρουσιάζεται ωμά, ανθρώπινα και ρεαλιστικά. 
Η Camille αναλαμβάνει να επιστρέψει στην επαρχία από όπου κατάγεται και από όπου είχε φύγει, για να διερευνήσει τη δολοφονία ενός κοριτσιού. Οι δολοφονίες αθώων νεαρών κοριτσιών είναι ένα κλασσικό μοτίβο σε σειρές και ταινίες που προέρχονται από την αμερικάνικη παράδοση και κουλτούρα, αλλά εδώ ο τρόπος διαχείρισης του θέματος το καθιστά μοναδικό και ιδιαίτερο. Είμαι κοντά στο να ομολογήσω πως δεν μου φάνηκε το κυρίαρχο ζήτημα, ούτε με τρόμαξε τόσο όσο άλλα πράγματα, όπως οι λόγοι που οδήγησαν την πρωταγωνίστρια να αυτοτραυματίζεται που είναι βαθύτεροι και ψυχαναλυτικής φύσεως.  


Η αισθητική και τα χρώματα μου άρεσαν πάρα πολύ. Φοβερή μουσική που λειτουργεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Όταν η Camille μπαίνει σε κέντρο απεξάρτησης από τον αυτοτραυματισμό, συγκατοικεί με μία έφηβη που έχει τις ίδιες τάσεις και εκείνη της δείχνει πώς να "ξεφεύγει" μέσω της μουσικής -η μουσική λειτουργεί για μένα, παρόμοια με αυτό που βλέπουμε. Αυτός είναι και ο πρώτος τρόπος που φαίνεται σαν θετικός, παρότι η μουσική είναι κατά βάση μελαγχολική. Η δεύτερη χρησιμότητα της μουσικής, παρουσιάζεται στο οικογενειακό σπίτι της Camille, όπου ο δεύτερος άνδρας της μητέρας της, Andorra, και πατέρας της έφηβης αδερφής της Amma, βάζει βινύλια στο πικάπ και έτσι η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι ενδεδυμένη με ηρεμιστικά, θα έλεγα "ναρκωτικά" κομμάτια που συμβάλλουν στην καλλιέργεια ενός υποδόριου τρόμου. 

Η σειρά σίγουρα περιλαμβάνει αρκετές κινηματογραφικές φάσεις που δεν θα τις άλλαζα με τίποτα. Δεν καταλαβαίνω πώς η Amy Adams πέτυχε να φαίνεται απόλυτα καταθλιμμένη σε κάθε σκηνή. Είναι μοναδική η ερμηνεία της και αξίζει πολλών συγχαρητηρίων, γιατί φαίνεται σαν να ζει τα συναισθήματα της ηρωίδας που ενσαρκώνει, κυριολεκτικά και μεταφορικά στο πετσί της. Δεν ξέρω, επίσης, πώς καταφέρανε να κάνουν τόσο επιτυχημένο μακιγιάζ. 


Το μοντάζ που δείχνει τις αναμνήσεις και τα τραύματα που κουβαλάει είναι άξιο δεύτερου όσκαρ, τουλάχιστον, για τον Vaillee. Αυτό που βλέπουμε να εκτυλίσσεται, αναπτύσσεται μέσα από πολλαπλά επίπεδα, εξαιτίας των εικόνων που παρατίθενται  ή έρχονται επιθετικά από το παρελθόν, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε σαν μαχαίρια, ανάμεσα στις σκηνές του εδώ και τώρα. Ενδιαφέρον ρόλο έχει το αφεντικό της πρωταγωνίστριας και η γυναίκα του που είναι σαν να την έχουν υιοθετήσει και τη φροντίζουν με σπάνια ανθρωπιά. Έτσι λειτουργούν εξισορροπητικά για τους υπόλοιπους χαρακτήρες που φαίνεται να έχουν τερατώδεις πτυχές. 



Δεν συμφωνώ με όλα όσα λέει ο αρθρογράφος -που είναι πολύ καλός στην ανάλυση σειρών και ταινιών-, αλλά διαβάστε εδώ για περισσότερη και πιο ολοκληρωμένη ανάλυση για τη σειρά ή απλώς δείτε τη, όπως αρχικά έκανα κι εγώ και, σε κάθε περίπτωση, περιμένετε μονάχα τη συγκίνηση, την ταραχή, την αγωνία και την έκπληξη που ο Vaillée ξέρει να δίνει στα έργα του. Το τέλος της σειράς είναι αμφίρροπο, διάβασα κάποιες εξηγήσεις και κατάλαβα, ίσως θα έπρεπε να πάω και στο βιβλίο, αλλά φάνηκε σαν να κόπηκε απότομα. Αλλά αυτά είναι και τα κακά των ωραίων πραγμάτων –προορίζονται κάποτε να τελειώσουν, κάποιες φορές γρήγορα, στακάτα και απότομα. 



Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

First Reformed

2017 // Paul Schrader 

Ο εντυπωσιακός Ethan Hawke παρουσιάζεται ως ένας πειθαρχημένος, αυστηρός αιδεσιμότατος -Ernst Toller- που δουλεύει ως ξεναγός σε μία ιστορική προτεσταντική εκκλησία 250 ετών-Dutch First Reformed. Δεν είναι ενεργός ιερέας, λειτουργεί σαν βοηθητικό προσωπικό. Ο καπιταλιστής και φιλοχρήματος δήμαρχος της πόλης του έχει αναθέσει αυτό το πόστο, ώστε να μπορεί να κάνει κάτι στη ζωή του-φιλανθρωπικά-, καθώς ο Toller έχει περάσει κάποια δεινά. Έχει χάσει τον γιο του στο Ιράκ, ενώ ο γάμος του δεν άντεξε αυτή την απώλεια, αφού η γυναίκα του τον κατηγόρησε ως υπεύθυνο και τον παράτησε.

Οπότε και ξεκινάει να γράφει ένα ημερολόγιο, μέσα από τον αυστηρό βίο που έχει επιλέξει για τον εαυτό του, όπου καταγράφει τις πιο μύχιες σκέψεις του, με σκοπό να το καταστρέψει μόλις περάσει ένας χρόνος. Η μοναχικότητα αυτής της πράξης του μας δείχνει πώς ξετυλίγει σιγά σιγά τα τρίσβαθα του εαυτού του που φυσικά δεν είναι και τόσο φωτεινά, αλλά δεν είναι και τόσο σκοτεινά όσο ο ίδιος πιστεύει. Κατηγορεί τον εαυτό του συνεχώς για οτιδήποτε, αφού δεν έχει αποδεχθεί πως ο θάνατος του γιου του δεν ήταν αποκλειστικά δική του ευθύνη.
Η πρώτη τομή της ταινίας γίνεται όταν η Μαίρη, μία πιστή εγκυμονούσα γυναίκα ζητάει από τον Toller να μιλήσει με τον άνδρα της που είναι ακτιβιστής για τη διάσωσή του περιβάλλοντος. Η ίδια είναι πιστή, ο άνδρας της όχι. Θέλει να τον βοηθήσει και καταφεύγει στον ιερέα, γιατί ο άνδρας της έχει αρνηθεί να πάει σε κέντρο ψυχικής υγείας, αφού θεωρεί ότι είναι δομημένα και φτιαγμένα σαν επιχειρήσεις.


Ο άνδρας της Μαίρης βιώνει υπαρξιακή απελπισία, πιθανώς πάσχει από κλινική κατάθλιψη, ενώ είναι τρομοκρατημένος για αυτά που παρατηρεί ότι συμβαίνουν γύρω του. Ο ίδιος στηρίζει την ψυχική του κατάσταση στο ότι αντιλαμβάνεται τη σκληρότητα του κόσμου και προβλέπει, μέσω επιστημονικών ερευνών και συμπερασμάτων, πως δεν γίνεται να αντέξει την καταστροφή που έχει προκαλέσει ο άνθρωπος στον πλανήτη, πόσο μάλλον να φέρει το παιδί του, μία νέα ζωή, μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Ο αιδεσιμότατος αναλαμβάνει να βοηθήσει τον άνδρα της Μαίρης, οπότε και βλέπουμε μία σειρά ακραίων εξελίξεων στις ζωές των τριών ηρώων.



Κατά τη διάρκεια της ταινίας, παρακολουθούμε έναν πολύ ωραίο διάλογο ανάμεσα στον άθεο  κι απελπισμένο ακτιβιστή για τη διάσωση του περιβάλλοντος από την καταστροφική ανθρώπινη επέμβαση, και στον αυστηρό ιερέα που ψυχαναγκαστικά ασπάζεται τον θεό του. Και οι δύο έχουν επιχειρήματα, αλλά, ταυτόχρονα, αγγίζουν τις στενές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ λογικής και παράνοιας μέσα από έναν υποδόριο εσωτερικό δρόμο. 
Επίσης, ακόμα και στον διάλογο και γενικά, στην ταινία, παρακολουθούμε τις εσωτερικές σκέψεις του αιδεσιμότατου που θίγουν φιλοσοφικούς προβληματισμούς, κάποτε λογικούς και άλλες φορές όχι και τόσο. 
Σε μία σκηνή, πίσω από τον αιδεσιμότατο που έχει καθίσει να γευματίσει με την ψάλτρια και πρώην ερωμένη του, βλέπουμε αποσπάσματα από το ευαγγέλιο που είναι ειρωνικά και έρχονται σε αντίστιξη με την εικόνα. Στην ταινία θίγονται τα ζητήματα της καταστροφής του περιβάλλοντος, της προσωπικής διαχείρισης της απώλειας και του πένθους, της θρησκευτικής πίστης και του βιώματος του χριστιανικού Γολγοθά, καθώς και τα προβλήματα του χριστιανικού νεοφιλελευθερισμού.
Η εξέλιξη του σεναρίου είναι εντυπωσιακή, ωστόσο όχι αναλυτική. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται κάποια κενά στην πλοκή. Είναι σαν ο Paul Schrader να επιλέγει μία άλλη εκδοχή του χαρακτήρα Travis Bickle, από το Taxi Driver, αφού ο αιδεσιμότατος Toller, εδώ, καλείται να αναλάβει να διασώσει το συμβολικό "νεαρό κορίτσι", μία άλλη μορφή της παρθένου Μαρίας, που είναι εκτεθειμένο στην κακή διαχείριση του περιβάλλοντος -άλλοτε του αστικού και εδώ του φυσικού- από τον υλιστή και φιλοχρήματο άνθρωπο.
Και οι δύο ήρωες του Schrader έχουν το υπέρτατο κοινό της βίωσης του πόνου και της απελπισίας λόγω της υπάρχουσας επικρατούσας κατάστασης. Αυτός ο κόσμος δεν δείχνει να τους χωρά, δεν τους ταιριάζει, οπότε και περιθωριοποιούνται. Σε άλλη σκηνή, ο αιδεσιμότατος αναρωτιέται μέσα του αν ο Ιησούς νοιαζόταν "αν αρέσει". Υπάρχει μία συνεχής εκκρεμής διερώτηση και μία υπαρξιακή ανασφάλεια που έχει δημιουργηθεί από τα κενά του κόσμου γύρω, από τα τραύματα του παρελθόντος και από τη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου και οριστικού τέλους που τίθεται με την έλευση του θανάτου. 

Όμως, ποια είναι η λύση στην απελπισία; Δίνεται μία απάντηση στην τελευταία σκηνή, εντούτοις δεν είμαι σίγουρη για το μήνυμα που ήθελε να δώσει ο σκηνοθέτης. Μου φάνηκε δυσνόητη και οφείλω να ομολογήσω, κάπως άκυρη. Πάντως, είναι βέβαιο πως το First Reformed είναι μία ταινία που χρησιμοποιεί επιτέλους επιτυχημένα το ψυχρό μεταφυσικό αισθητικό υπόβαθρο που χρειάζεται για να περιγράψει την ψυχοπαθολογία της θρησκευτικής -και όχι μόνο-πίστης. Η ταινία έχει δόκιμες εναλλαγές φωτός και σκιάς και δίνει σαφείς πληροφορίες για τις εξελίξεις που βλέπουμε.

Τέλος, έχει και μία υπέροχη σκηνή συναισθηματικού οραματισμού και μεταφυσικού παραληρήματος που με συνεπήρε και δεν την περίμενα καθόλου μέσα σε μία τέτοια ταινία. Η αισθητική της ταινίας είναι άψογη. Οι λείψεις πολύ προσεγμένες, το στήσιμο των σκηνών είναι φοβερό. Με απλότητα και ψυχρά χρώματα αναδεικνύονται οι διάφορες συναισθηματικές διακυμάνσεις των πρωταγωνιστών. Παραθέτω ένα εικαστικό δείγμα, τα υπόλοιπα να τα δείτε.


Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

Incident in a Ghostland


Pascal Laugier // 2018


Μετά το Martyrs, δεν ήθελα να ξαναδώ horror ταινία για πολύ καιρό. Δεν συγκράτησα ποτέ τον σκηνοθέτη, ούτε τον έψαξα. Μου είχαν δημιουργηθεί κάποια τραύματα από τη φρίκη και τον τρόμο και αυτό γιατί η ταινία με επηρέασε κάπως και φιλοσοφικά. Μόλις είδα το Ghostland,  αμέσως μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να ψάξω για τον/τη δημιουργό και όταν είδα ότι ο ίδιος έκανε και το Martyrs κατάλαβα τις συνδέσεις της φρίκης. Το Ghostland δεν είναι ένα απλό horror. Εκτός από μνεία στον Lovecraft, αποτελεί ένα όχι και τόσο πρωτότυπο, όμως σίγουρα ξεχωριστό ψυχολογικό θρίλερ. Κτίζει τον τρόμο, όπως τον κτίζει η κοινωνία για τις γυναίκες. Έχει εξαιρετική αισθητική και φοβερή κινηματογράφηση που έχει αυτές τις εκρήξεις ταραχής και ανδρεναλίνης, ανάμεικτες με μία αίσθηση ανατροπής που μόνο στον γιαπωνέζικο Horror κινηματογράφο συναντάμε.

Τρεις γυναίκες, μαμά και κόρες, μετακομίζουν σε ένα σπίτι σε μία απομονωμένη περιοχή μέσα στο δάσος. Οι κίνδυνοι που καιροφυλακτούν είναι πολλοί. Οι τρεις γυναίκες βλέπουμε πως έχουν κάποια ενδοοικογενειακά σύνδρομα, ωστόσο δυστυχώς οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται πάρα πολύ. Βλέπουμε τη μία από τις κόρες, την Beth που γράφει ιστορίες τρόμου –ως κεντρική χαρακτήρα– να βιώνει διάφορα ωραία κινηματογραφικά τερτίπια ανατροπής με όνειρα, οράματα και φλάσμπακς και καταλαβαίνουμε ότι ο Pascal Laugier είναι απόλυτα ενθουσιασμένος και καλός κινηματογραφιστής και θέλει να τα βάλει όλα μέσα. Και το καταφέρνει. Κούκλες σατανικές που τρομάζουν, αλλά όχι και τόσο τελικά, γιατί τα τέρατα είναι άλλα στην πραγματικότητα, πιο ανθρώπινα από ό,τι είναι τα φαντάσματα ή τα πνεύματα. Η απεικόνιση του τέρατος-βιαστή στην ταινία είναι προβληματική, εντούτοις όχι μη ρεαλιστική απαραίτητα. Ένας άνδρας τεράστιος που είναι παραμορφωμένος χωρίς να έχουμε κάποια ανάλυση για το τι του συνέβη οδηγάει ένα φορτηγό με γλυκά –αμερικάνικο προϊόν– και επιδιώκει να βιάζει και να βασανίζει νεαρές γυναίκες που ένας άνδρας crossdresser ή τρανς γυναίκα (δεν γίνεται ξεκάθαρο) –συνοδός του άνδρα-τις ντύνει με μέικαπ και κουκλίστικα ρούχα.

Εδώ παρατηρούμε πως υπάρχει ένα κενό στην πλοκή σαφέστατα, γιατί ο σεναριογράφος/σκηνοθέτης δεν μας δίνει κανένα υπόβαθρο για τους τερατώδεις και απαίσιους βιαστές, αλλά μας λέει στερεοτυπικά ότι οι βιαστές είναι παραμορφωμένοι, κοινωνικά δύσμορφοι, διανοητικά περίπλοκοι και εμφανισιακά τρανς ή τεράστιοι.  Ίσως ο τρόμος του διαφορετικού χρησιμοποιείται πολύ έντονα και κάπως εύκολα για να ταράξει. Αλλά από την άλλη κάπως έτσι μάλλον εικονοποιούνται οι βιαστές στα μυαλά των γυναικών. Σαδιστικά και άσχημα και αυτό θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελεί μία προέκταση της κοινωνικής προβληματικής περί της στερεοτυπικής απεικόνισης του βιαστή.
Επιστρέφοντας στην πλοκή, οι τρεις γυναίκες προσπαθούν να σωθούν και βλέπουμε τι συμβαίνει όταν δεν τα καταφέρνουν, όπως βλέπουμε και την προσπάθεια τη πρωταγωνίστριας αδερφής να ξεφύγει από το παρανοϊκό παραλήρημα που την πιάνει απέναντι σε αυτά που τη ζει, να παγώσει τον χρόνο και να ξεφύγει από τη φρίκη και τον απόλυτο τρόμο. Όλα αυτά μέσα σε ένα άψογο αισθητικά σκηνικό. Η ταινία είναι γαλλικής παραγωγής, αλλά το σπίτι στο οποίο εκτυλίσσεται και όλα όσα βλέπουμε είναι προφανώς αντλημένα από την αμερικάνικη horror παράδοση και λίγο τονισμένα με την ακρότητα του γιαπωνέζικου αντίστοιχου κινηματογράφου. Στο Ghostland δεν θέλει κανείς/μία να βρεθεί, ούτε κανένα incident να συμβεί. Είτε στον ξύπνιο είτε στον ύπνο μοιάζει με έναν εφιάλτη που ποτέ δεν τελειώνει.

Κυριακή 24 Ιουνίου 2018

120 battements par minute

(BPM)

2017 // Robin Campillo


Είναι το Pride (2014) που ήταν πιο γιορταστική ταινία, είναι και το Normal Heart (2014) που είναι πιο δραματική και συγκινητική σε σημεία και τώρα έχουμε να κάνουμε με μία ακόμα περίπτωση ακτιβιστικού κινηματογράφου: BPM, 120 battements par minute (2017). 



Να είστε προετοιμασμένες/οι με χαρτομαντιλάκια να αντιμετωπίσετε αυτό το έξοχο δράμα για τη διαχείριση του άγνωστου για τα τότε δεδομένα ιού Aids στη Γαλλία. Η ταινία αφορά τη δράση μίας ομάδας που προσπαθεί να ενημερωθεί και να ενημερώσει τον κόσμο για τον HIV. Η ομάδα αποτελείται κυρίως από οροθετικές/ούς και νοσούντες, οπότε το θέμα είναι ήδη αρκετά έντονο συναισθηματικά. Ελπίζω, βλέποντάς τη να διαπιστώσετε κι εσείς πώς η πιο απλή κινηματογράφηση μπορεί να αποδώσει ένα τέτοιο ζήτημα. Σημαντικό είναι ότι η ταινία δείχνει τον τρόπο λειτουργίας των συνελεύσεων (δεν έχω ξαναδεί να αναλύονται οι κανόνες μίας αυτοοργανωμένης συνέλευσης σε ταινία, προτείνετέ μου αν έχετε δει κάπου αλλού κάτι αντίστοιχο).  





Το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι είναι και θεματολογικό και υφολογικό στοιχείο, οπότε και βλέπουμε απίστευτες σκηνές χορού, χωρίς περιττά στοιχεία και φορτώματα. Smalltown boy από Bronski Beat, ανθρώπινη δυστυχία και απελπισία, μάχη με τις φαρμακευτικές και με τον ίδιο τον θάνατο που καραδοκεί ανελέητος, πληγώνοντας τον έρωτα. Πολύ τρυφερές σκηνές και χωρίς υπερβολές, καθώς το θέμα είναι φλέγον από μόνο του.




Μία πολύ δυνατή ταινία που συσχετίζεται με την αντιμετώπιση της νόσου, το στίγμα, τον σεξισμό που ακόμα καλά κρατεί, δυστυχώς και είναι σαν να μην πέρασε μία μέρα, αλλά και τον έρωτα που όσο δυνατός κι αν είναι, δεν υπερβαίνει δυστυχώς τον θάνατο. Ο έρωτας εδώ γίνεται μία δήλωση ζωής, μία δήλωση πολιτικής πράξης και αντίστασης -στον καπιταλισμό των φαρμακευτικών από τη μία και στην διαρκή διαμάχη με το τέλος από την άλλη. 



Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Haute Tension

 2003 // Alexandre Aja, Gregory Levasseur 

«I won’t let anyone come between us»
Έτσι ξεκινάνε όλα -και απορούμε γιατί. Η ταινία ανοίγει με μία σκηνή ονείρου που βλέπει η κεντρική ηρωίδα, Μαρί, και προμηνύει τον εφιάλτη που θα ζήσει μετά. Κατά τη διάρκεια των τίτλων που πέφτουν, ανάμεσα στις εικόνες του ονείρου, αυτή η κυρίαρχη φράση επαναλαμβάνεται, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Ωστόσο, η Μαρί ξυπνάει και είναι μέσα στο αμάξι, μαζί με την κολλητή της, Αλέξ. Τις βλέπουμε ανέμελα να τραγουδούν Sara Perche Ti Amo -όχι τυχαία, βέβαια- και η σκηνή, προς το τέλος της, θυμίζει διαφήμιση μπίρας. Οι δύο κοπέλες πηγαίνουν στο οικογενειακό σπίτι της δεύτερης για να διαβάσουν για τις εξετάσεις τους στη Νομική Σχολή. 
https://www.youtube.com/watch?v=LDgUB9YSMd4

Δεν τρελάθηκα με το σενάριο, πολύ αναμενόμενα δομημένο, όχι τόσο τεκμηριωμένο και βαθύ. Κάνει μία ωραία εκτροπή, όμως δαιμονοποιεί ψυχωτικούς και λεσβίες, κατά έναν παράξενο τρόπο. Η σκηνοθεσία και η κίνηση της κάμερας πολύ ενδιαφέρουσα, με ωραίο χειρισμό που δημιουργεί αγωνία και ένταση, χωρίς επιτηδευμένο τρόπο. Χάρη στη σκηνοθεσία, η ταύτιση με την κεντρική ηρωίδα, Μαρί, επιτυγχάνεται αισίως. Η τελευταία προσπαθεί να σώσει τη φίλη της Αλέξ από τα χέρια ενός επίδοξου δολοφόνου που μπουκάρει στο σπίτι της δεύτερης και σκοτώνει με βίαιους τρόπους όλη την υπόλοιπη οικογένεια. Ο σατανικός δολοφόνος που δεν ξέρουμε γιατί τα κάνει όλα αυτά, μέχρι τη λύση του μυστηρίου, απαγάγει την Αλέξ και η Μαρί κάνει όλα αυτά που κάνει, γιατί είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί της. Ενόσω η ταινία ξετυλίγεται, βλέπουμε όλο και περισσότερες αναφορές σε σπουδαίους σκηνοθέτες, χωρίς αυτό να σώζει, βέβαια, την ύπαρξη των περιττών σκηνών και των άδοξων εκτροπών της πλοκής. 


Η ανατροπή στο τέλος είναι ενδιαφέρουσα, αλλά ατεκμηρίωτη και σκηνοθετικά και σεναριακά. Θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε και κάπως αντιεπιστημονική, με μία σχετική επιείκεια. Εντούτοις, οι περισσότερες σκηνές της ταινίας είναι αρκετά τεταμένες, όπως φανερώνεται από τον τίτλο (Υψηλή Τάση). Πιθανολογούμε ότι ο Tarantino μπορεί να είδε αυτή την ταινία πριν κάνει το Death proof το 2007, αφού η σκηνή με το αυτοκίνητο που παίρνει η Μαρί για να προβεί στην καταδίωξη του μανιακού δολοφόνου είναι αρκετά εμπνευσμένη και φαινομενικά δυναμική –με όλα τα κενά που μπορεί να υπάρχουν στο σενάριο και παρά τις απορίες που προφανώς προκύπτουν. Έχει και Muse να παίζουν στο υπόβαθρο, δίνοντας έτσι μία μοντέρνα αίσθηση, ανεπανάληπτου θάμβους. 



Πολύ καλοφτιαγμένο γαλλικό horror ταινιάκι, ύμνος στο είδος, με πολύ έντονη, κλιμακώμενη δράση, αλλά και σημαντικές αναφορές σε μεγάλους σκηνοθέτες όπως τον Alfred Hitchcock και τον David Lynch. Οι φόνοι είναι χαρακτηριστικοί και πολύ βίαιοι, αντιπροσωπευτικοί για το γαλλικό gore, οπότε δεν το συνιστώ σε αιμοφοβικούς/ές. Τα χρώματα της ταινίας είναι πολύ ιδιαίτερα, όπως και τα περίεργα φώτα, έτσι ώστε να δημιουργούν μία παράδοξα ζεστή και οικεία ατμόσφαιρα –βλ. Το μωρό της Ρόζμαρι, Polanski 1968. Εάν αντέχετε τους αιματηρούς μύθους με τον –εδώ όχι και τόσο κλάσσικ- μανιακό δολοφόνο, δείτε τη.


Σάββατο 12 Μαΐου 2018

The handmaid’s tale ΙΙ

Σκέψεις και προβληματισμοί 



2017- // Bruce Miller, Margaret Atwood 



Είναι μία από τις καλύτερες σύγχρονες σειρές γιατί θίγει ζητήματα κρατικής, πολιτικής και οικονομικής εξουσίας και καταστολής, με αμεσότητα και ευθεία κατάκριση. Εκτυλίσσεται σε ένα όχι και τόσο δυστοπικό μέλλον και το καθεστώς είναι στρατιωτική θεοκρατία (βλ. Αμερική και νόμοι χρήσης οπλοκατοχής σε συνδυασμό με κυβέρνηση Τραμπ). Μιλάμε για έναν στρατό από κυρίαρχους άνδρες που έχει μαζέψει τις γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν και τις έχει καταστήσει υποτακτικές των πλουσίων που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά και αντικείμενα αναπαραγωγής και σεξουαλικής υποταγής. Αυτό το πολιτικό σύστημα αποτρέπει το δικαίωμα της επαφής και του συσχετισμού των υποψήφιων παιδοκουβαλητριών με τα παιδιά  που είχαν πριν τις περιορίσουν σε αυτό το σύστημα, καθώς επίσης και με τα παιδιά που θα κάνουν ή με άλλους ανθρώπους. Λειτουργούν σαν αντικείμενα προς χρήση για έναν σκοπό που βαφτίζεται ιερός. 
Οι σκέψεις μου είναι ότι στο Handmaid’s tale εκτός από τις φεμινιστικές προδιαγραφές, υπάρχουν και άμεσες αναλογίες με τον τρόπο διαχείρισης των ζώων από τις ανθρώπινες βιομηχανίες. Ο δεύτερος κύκλος ανοίγει με ένα επεισόδιο στο οποίο αν αντικαταστήσουμε τις γυναίκες με ζώα, βλέπουμε πώς λειτουργούν τα σφαγεία και τα εργοστάσια επεξεργασίας ζώων. Οι άνθρωποι στοιβάζουν διάφορα είδη ζώων που τα χαρακτηρίζουν και τα ομαδοποιούν σαν ζώα διατροφής και κατανάλωσης και τα συλλέγουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες, οργανώνουν την αναπαραγωγική τους διαδικασία (κάτι που στο Handmaid’s tale μας φαίνεται εντελώς φρικτό και αποτρόπαιο, γιατί γίνεται ακριβώς σε ανθρώπους) και τα καταστέλλουν με διάφορους τρόπους. Κλείνουν τα στόματά τους, για να μη φαγωθούν μεταξύ τους. Τα στοιβάζουν σε κλουβιά, ακατάλληλα για το μέγεθός τους και τις συνήθειές τους, τα ποτίζουν με αυξητικές και άλλες ορμόνες, για να μεγαλώσουν γρήγορα, τα πιέζουν με μηχανήματα για να αντλήσουν το γάλα που προορίζεται για τα κλεμμένα μωρά τους, ώστε να το προωθήσουν στην ανθρώπινη αγορά. Κλέβουν τα μωρά τους και τα πουλάνε σαν μοσχαράκι γάλακτος ή σπάλα νεογνού ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Δηλαδή, βλέπουμε στα λίγα παραδείγματα ότι ο άνθρωπος φαίνεται να έχει βίαιες συμπεριφορές, τις οποίες δεν αναγνωρίζει ως τέτοιες καθώς ο ίδιος με τον ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα, έχει ομαδοποιήσει τα ζώα σε κατηγορίες και θεωρεί πως τα σκυλάκια και τα γατάκια είναι για κατοικίδια, ενώ οι αγελαδίτσες και τα γουρουνάκια για φάγωμα, για λόγους καθαριότητας και εξωτερικής εμφάνισης των ζώων ξεκάθαρα.
Δεύτερος κύκλος Handmaid’s tale και ξεκινάει με σκηνή που είναι σε κλουβιά οι γυναίκες και τις πάνε σε ένα μέρος που δεν ξέρουν, περνάνε από σκοτεινά τούνελς, τις πάνε σε ένα χώρο που τρέχουν και ποδοπατάνε η μία την άλλη, δαγκώνουν τους στρατιωτικούς που προσπαθούν με βία να τις καταστείλουν και τις κλείνουν τα στόματα για να μη δαγκώνουν, να μη φωνάζουν. Ξεκάθαρα κοτόπουλα σε εργοστάσιο και δεν το λέω διόλου υποτιμητικά για τα κοτόπουλα ούτε για τις γυναίκες. Οι αναλογίες σε μένα είναι πάρα πολύ ξεκάθαρες. Όχι στα όντα αυτά καθαυτά, αλλά στον τρόπο διαχείρισης και συμπεριφοράς απέναντί τους. Θεωρώ ότι η μοίρα τους στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κοινή και δεν με αφορά η νοημοσύνη τους ή άλλα κριτήρια που θίγουμε σε ακαδημαϊκές εργασίες. Και στις δύο περιπτώσεις, βλέπουμε ότι πρόκειται για ανθρώπινη διαχείριση των ζωντανών όντων. Στο δυστοπικό Handmaid’s tale τρομάζουμε, γιατί ο άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να συμπεριφέρεται στους ανθρώπους όπως ήδη συμπεριφέρεται στα ζώα (αν και στους πολέμους, φρικτά πράγματα συμβαίνουν που δείχνουν ότι ο άνθρωπος δεν έχει κώλυμα για το ποιο ζωντανό ον θα έχει απέναντί του, βλ. σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης). Δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι αυτό που συμβαίνει στο Handmaid’s tale δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί και στην πραγματικότητα, όχι σε περίπτωση υπογεννητικότητας -αν και ποτέ δεν ξέρεις- αλλά σε οποιαδήποτε άλλη συνθήκη. Οι άνθρωποι αποδεικνύουν καθημερινά ότι ο σύγχρονος πολιτισμός τους υποβαστάζεται από αίμα, βία και αδικία.



Οπότε, θεωρώ πως το Handmaid’s tale έχει αναλάβει να καταδείξει την καταπίεση και τον εγκλεισμό των γυναικών, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει ακόμα και τώρα απέναντι σε άλλες ομάδες ζωντανών όντων. Οι βίαιες τάσεις του ανθρώπου υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, το θέμα είναι να είμαστε εκεί για να τις περιορίζουμε και όχι για να τις κατευθύνουμε. 
Αυτά μέχρι στιγμής, έχω ενθουσιαστεί με την κινηματογράφηση, τους συμβολισμούς και το μεγαλείο αυτής της σειράς. Έχει να προσφέρει τις εικόνες στους σύγχρονους πολιτικούς και φιλοσοφικούς προβληματισμούς. Δείτε τη, εγώ ξεκλέβω χρόνο και μοιράζω επεισόδια για να την καταφέρω. Είναι άψογη. 


Τρίτη 8 Μαΐου 2018

You were never really here

Lynne Ramsay // 2017



Το σενάριο το έχει γράψει η Ramsay και είναι βασισμένο στο βιβλίο του Jonathan Ames. Η ταινία έχει εξαιρετική φωτογραφία από τον Thomas Townend και πολύ καλή σκηνοθεσία. Το σενάριο μου φάνηκε περίεργο, αλλά η Lynne τα συνηθίζει αυτά. Στα θετικά ότι θίγει το θέμα του trafficking, της παράνομης διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων και δη ανηλίκων και ενώ αυτό αποτελεί την κεντρική βάση της ταινίας, δεν τεκμηριώνεται και αγγίζεται ακροφυγώς, αφού η ταινία λειτουργεί κυρίως αρτιστικά. Ο Joaquin Phoenix είναι απίστευτος, όπως σχεδόν πάντα, μπαίνει τέλεια και επιτελεί τον ρόλο του πάλαι πότε στρατιώτη, νυν προβληματικού παραληρηματικού υποκειμένου με τραύματα που αποφάσισε να γίνει πληρωμένος δολοφόνος για το δίκαιο, κάτι σαν power ranger που τον κοροϊδεύουν και παίρνει ναρκωτικά. Έχει μάθει να βοηθάει τη γριά μητέρα του και αφού αυτή πεθαίνει χάνει το νόημα της ζωής του και ψάχνει άλλους ανθρώπους να βοηθήσει ο γλυκούλης (αλλά δολοφόνος). 




Δεν κατάλαβα γιατί το κοριτσάκι που έχει πέσει θύμα εκμετάλλευσης, κακοποίησης από τον ίδιο τον αρχικαπιτάλα πατέρα της, σώζεται από τον κεντρικό ήρωα που περιγράψαμε όπως περιγράψαμε και θέλει να μείνει μαζί του, τον ψάχνει και τον φωνάζει, τον βλέπει σαν πατέρα και βλέπουμε το ψυχοσωματικό εξαρτησιακό σύνδρομο -παρά λίγο της Στοκχόλμης-να αναπτύσσεται πάρα πολύ όμορφα και με εξαιρετική αισθητική στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ενώ δεν λέμε τίποτα που το κορίτσι σώζεται, μένοντας με αυτόν τον άγνωστο ενήλικα power ranger. Δηλαδή, δεν κατάλαβα αν η εξέλιξη είναι κάτι σε στυλ Lolita (Adrian Lyne) ή Mathilda από Leon, the professional (Luc Besson).


Παρά ταύτα, το προσπερνάω και έχω να πω ότι είναι πάρα πολύ ωραία η τελευταία σκηνή. Επίσης, ας παραδεχθούμε ότι αφού παίζει ο Joaquin Phoenix, η οποιαδήποτε ταινία ανεβαίνει επίπεδο αυτόματα. Όχι ότι εδώ το χρειάζεται απαραίτητα. Πολύ σκοτεινή και ενδιαφέρουσα και η ατμόσφαιρα. Η Ramsay έχει καλές ομάδες στις ταινίες τις και ξέρει τι κάνει. Μουσική επένδυση από τον Johnny Greenwood, καθηλωτική. Ωραία ταινία, να τη δείτε.