Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Exit through the gift shop


2010 // Banksy

https://www.youtube.com/watch?v=GmugwrlnSWA

Όποιος/α αμφιβάλλει για την ευφυΐα του Banksy, τότε καλό θα ήταν να συνεχίσει να αμφιβάλλει. Αυτό μας λέει ο ίδιος ο καλλιτέχνης, γυρίζοντας αυτό το ντοκiμαντέρ. Ο ίδιος ο Banksy μιλάει ανώνυμα, με καλυμμένο πρόσωπο, μέσα στην ταινία και, μεταξύ άλλων πολύ ενδιαφερόντων και αξιοσημείωτων πραγμάτων, λέει πως δεν ήξερε πώς να κάνει ταινίες, αλλά βλέποντας τον Thierry Guetta, κατάλαβε ότι δεν χρειάζεται να ξέρεις και ότι δεν είναι και αυτό το κεντρικό ζήτημα.  Το ντοκιμαντέρ ξεκινάει να μας δείχνει τον Thierry Guetta, έναν Γάλλο μετανάστη στο Los Angeles, που από πωλητής second hand ρούχων, φανατικός καμεραμάν και οικογενειάρχης, ξεκίνησε κινηματογραφόντας τον Invader, ξάδερφό του και γνωστό street artist,  να κολλάει πλακάκια σε όλη την πόλη, σε τοίχους, στους δρόμους, παντού, εμπνευσμένα και κατασκευασμένα σύμφωνα με την αισθητική του Space Invaders.  
O Thierry ξεκινάει μία σχεδόν παρανοϊκή διαδρομή στους δρόμους και στα γκράφιτι και εξερευνάει τη ζωή των καλλιτεχνών και της τέχνης του δρόμου, τραβώντας διάφορους ζωγράφους και σχεδιαστές του δρόμου, όπως τον Shepard Fairey, ο οποίος συνδέει τον Thierry με τον Banksy. Οι δυο τελευταίοι αρχίζουν μία «συνεργασία», ο Thierry θέλει να γυρίσει τον Banksy εν δράσει, αλλά σιγά-σιγά ο Banksy του λέει να κάνει τέχνη και τον ωθεί προς αυτό, οπότε η κάμερα στρέφεται στον Thierry. Από εκεί που θα βλέπαμε ένα ντοκιμαντέρ για την τέχνη του δρόμου από έναν ανεξάρτητο πωρωμένο κινηματογραφιστή, βλέπουμε πώς ο Banksy ανατρέπει το θεαματικό κέντρο της ταινίας και το γυρίζει προς το ίδιο το θέαμα. Ο Thierry προσπαθεί να κτίσει ένα τεράστιο σόου, όπου δείχνει τους πίνακές του, που δεν τους παράγει ο ίδιος, καθώς πιστεύει ότι δουλειά του καλλιτέχνη είναι να απαιτεί την ιδέα, να περιγράφει πώς θα γίνει και να επιτελείται η ιδέα από κάποιον άλλον. Οργανώνει, λοιπόν, εργάτες και τους συγκεντρώνει για αυτόν τον σκοπό, ψάχνει παντού έμπνευση και φτιάχνει ένα μεγάλο πρότζεκτ που δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, προσπαθώντας να κάνει την έκρηξη στον καλλιτεχνικό κόσμο. Η έκθεσή του παίρνει δύο αμφιλεγόμενες προ-κριτικές από τον Banksy και τον Shepard κι έτσι αποκτάει φήμη. Μεγάλο περιοδικό του Los Angeles, κάνει τον Mr Brainwash -όπως ο Thierry αυτοαποκαλείται πλέον-, φαινόμενο και όλοι ψυλλιάζονται, μαθαίνουν και ακούνε για αυτόν. Μέσα σε μία εβδομάδα, χιλιάδες κόσμος συρρέει να δει, αυτό που πριν δεν ήταν τίποτα και τώρα είναι κάτι σημαντικό.
Κάποιοι από τους επισκέπτες της έκθεσης δηλώνουν ότι δεν ξέρουν τι ήρθαν να δούνε, αλλά καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι κάτι σπουδαίο, επειδή παρουσιάστηκε και προμοταρίστηκε κατ’αυτόν τον τρόπο, επειδή φτιάχτηκε με πολλά χρήματα και δόθηκε ως το καινούργιο, το μεταμοντέρνο, το εναλλακτικό. Και κάπως έτσι φτιάχνεται η ιστορία της τέχνης. Μέσα από το σύνθετο και πολύπλευρο πρίσμα του, ο Banksy με ένα απλό τεχνικά ντοκιμαντέρ, μας δείχνει πόσο εύκολα καλλιεργείται η εικόνα και η λατρεία προς αυτήν, πώς από το τίποτα, μπορείς να κάνεις τα πάντα και πώς η τέχνη είναι κάτι που μπορούν να κάνουν όλοι/ες. Παρά ταύτα, φροντίζει να καταλήξει πως μπορεί και να πρόκειται για ένα μεγάλο αστείο, την ίδια στιγμή, από το οποίο ξεγελιούνται οι περισσότεροι/ες. Με παρόμοια λογική, ο εκπρόσωπος τύπου του Banksy, Steve Lazaridis, δηλώνει περίπου πως όλη η κατασκευή του οικοδομήματος που λέμε τέχνη, αυτό το πράγμα είναι ένα αστείο, αλλά δεν ξέρει ποιο είναι το αστείο και αφού το σκεφτεί λίγο, ίσως και να μην υπάρχει κάποιο αστείο: "I think the joke is on...I don't know who the joke is on, really. I don't even know if there is a joke.".
Έτσι, γίνεται κατανοητό, αυτό που θεωρείται δεδομένο, δηλαδή το ότι η δημοσιότητα αποτελεί το γέμισμα μιας τεράστιας φούσκας με κενό αέρα, αλλά μπορεί να καθορίσει την άποψη και την οπτική του κόσμου και να κάνει τα πράγματα να φαίνονται πολύ διαφορετικά από αυτό που είναι. Βέβαια, δεν ξέρουμε ακριβώς πώς είναι, αφού πάντα παρεμβάλλεται το φίλτρο της δημοσιότητας, έτσι ώστε να φτάνουμε στο σημείο να έχουμε χάσει το πρωταρχικό (αν νοείται αυτό). Το ντοκιμαντέρ χαρακτηρίζεται από την ειρωνεία και το «κλείσιμο του ματιού» του Banksy απέναντι σε αυτούς/ες που έχουν να πούνε οτιδήποτε (θετικό ή αρνητικό) για αυτόν και τη δημοσιότητα που έχει λάβει, ως πολιτικός street artist. Είναι σαν να αποδέχεται ότι αποτελεί ένα φετιχιστικό προϊόν προς κατανάλωση, στο πλαίσιο της βιομηχανίας της τέχνης, εντούτοις, εφόσον αυτός παραμένει στην ανωνυμία, δεν ευθύνεται για αυτό που συμβαίνει και ασκεί κριτική ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Εφόσον ένας άγνωστος, ο Thierry ή αλλιώς Mr. Brainwash, όπως θέλει πια να λέγεται, γίνεται καλλιτέχνης από τη μία μέρα στην άλλη, κυριολεκτικά, επειδή το αποφάσισε, έτσι και ο καθένας μπορεί. Αυτός είναι και ο βασικός τρόπος αντιμετώπισης του πράγματος αυτού καθαυτού, δηλαδή, το κοινό που πήγε να δει αυτή την έκθεση, το κοινό που πάει να δει κάθε έκθεση, ανοίγει το στόμα έκπληκτο. Αν ξέρει ότι το γκράφιτι έχει γίνει από τον Banksy, θα το προσέξει, αν το δει σε έναν χώρο τέχνης θα το προσέξει, αν δεν το ξέρει, πιθανότατα, δεν θα του δώσει σημασία. Χάρη στις κυριαρχικές λειτουργίες του θεάματος, της διαφήμισης και του κέρδους των εμπόρων και των συλλεκτών και των επενδυτών τέχνης, η προπαγάνδα, η χειραγώγηση, ο ετεροκαθορισμός και η εξάρτηση της τέχνης είναι δεδομένα και τόσο καλά ενσωματωμένα, που φαίνεται σαν να μην ξεχωρίζουν πλέον. 
Ο Thierry έκανε εκατομμύρια, τελικά, με τα έργα του, αποδεικνύοντας πως κάποιος/α μπορεί να γίνει διάσημος από τη μία μέρα στην άλλη, χωρίς αυτό να έχει καμία επιπλέον αξία (πέρα από την οικονομική). Ο Thierry φαίνεται σαν να μετατράπηκε ο ίδιος σε ένα καλλιτεχνικό παραγωγικό εμπόρευμα. Ενώ ο Banksy ειρωνικά γράφει στους τίτλους τέλους ότι δεν πρόκειται να βοηθήσει κανέναν να κάνει ντοκιμαντέρ για την τέχνη του δρόμου, γιατί μας αποδεικνύει περίτρανα, αυτό που λέει και ο Thierry, όταν καταλήγει να κάνει ο ίδιος «τέχνη»: «Αρχίζεις και βυθίζεσαι και στριφογυρίζεις και βουλιάζεις και εθίζεσαι σε αυτό». Μάλλον, ο Banksy είναι ο σημαντικότερος κριτικός καλλιτέχνης της εποχής, σύμφωνα με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά αν υπολογίσουμε τι μας λέει ο ίδιος, τότε οφείλουμε να αμφιβάλουμε για αυτό και δεν ξέρουμε αν είναι όλα μία μεγάλη φούσκα, την οποία ο ίδιος συνεχίζει να φουσκώνει, γύρω από τον street artist περσονο-εαυτό του. 

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Maniac

2018 // Cary Joji Fukunaga, Patrick Somerville 


Μία δυστοπική σειρά για το υποσυνείδητο, για την πνευματική ανισορροπία, τη σχιζοφρένεια, την οικογένεια, το πένθος και την απώλεια, για τα λάθη, για τα πάθη και τη φιλία. Αισθητική βίντατζ, ρέτρο-φουτουριστική, πολύ καλοφτιαγμένη. Εξαιρετικός ο Jonah Hill(Owen), ως σχιζοφρενής, έκπτωτος γόνος πλούσιας οικογένειας. Φανταστική η Emma Stone(Annie), ως ναρκομανής που έχασε την αδελφή της και προσπαθεί να διαχειριστεί τον άδοξο θάνατο και τις ενοχές που της προκάλεσε. Οι δύο, Annie και Owen, γνωρίζονται όταν αποφασίζουν να συμμετάσχουν σε μία επί πληρωμή δοκιμασία τριών χαπιών που υπόσχονται να απαλύνουν τον πόνο σε τρία στάδια. Δεν έχουν καμία διάθεση να αλλάξουν τις ζωές τους, αλλά είναι τόσο παραιτημένοι που ωθούνται στον πάτο της φαρμακευτικής που θέλει να τους κάνει πειραματόζωα με σκοπό την επίτευξη της ανθρώπινης ευτυχίας και του καπιταλιστικού κέρδους. Το αφεντικό της εταιρείας είναι μία οθόνη με παράσιτα ή κάποιος μέσα στην οθόνη που δεν φαίνεται ποτέ και είναι μόνιμα στα ανώτατα κλιμάκια, δίχως να εμφανίζεται στα πρότζεκτς που συμβαίνουν στους υπόλοιπους ορόφους (ούτε εμείς γνωρίζουμε, ως θεατές, τι ακριβώς γίνεται). 
Η Γκέρτι, μία τεχνητή νοημοσύνη επιβλέπει και ελέγχει τη διαδικασία βύθισης των υποκειμένων που υπόκεινται στο πείραμα, μέχρι που πεθαίνει ο επιβλέπων επιστήμονας και η Γκέρτι βυθίζεται σε πένθος. Θυμίζει πολύ έντονα την τεχνητή νοημοσύνη της Οδύσσειας του Διαστήματος, αφού μπορεί και αισθάνεται ξεκάθαρα, διατυπώνει συναισθήματα και σκέψεις της. Θλίψη και πόνος την καταλαμβάνουν, οπότε βλέπουμε την επίδρασή της στην ονειρική δράση των ηρώων. Εμφανίζεται ο γιατρός που επινόησε την Γκέρτι (Dr Mantleray) και όλα αλλάζουν και ανατρέπονται, ξεδιπλώνοντας μία φουτουριστική πρόσληψη του οιδιπόδειου συμπλέγματος, από τους δημιουργούς της σειράς. 
Η σχέση της σειράς με την ψυχαναλυτική εμπειρία ξεδιπλώνεται μέσα από τα τρία στάδια/τρία χάπια που ταξιδεύουν το κεντρικό ζευγάρι σε διαφορετικές εποχές, όπου και συναντιούνται και προσπαθούν να διασώσουν ο ένας την άλλη και αντίστοιχα, ενώ βουτάνε στα λιμνάζοντα προβλήματα και στις δικλείδες των μυαλών τους. Φοβερή ανάλυση με μαύρο χιούμορ και ενδιαφέροντα σημεία που ωστόσο δεν οδηγεί και σε κομβικά συμπεράσματα, αλλά έχει μία νότα ευχάριστη και ωραία που σε κρατάει μέχρι και την τελευταία σκηνή. Μετά τους τίτλους τέλους του τελευταίου επεισοδίου, βλέπουμε και την ανατροπή των συμβάσεων, με την κινηματογράφηση εκτός δράσης.  
Ο υπέροχος φουτουριστικός κόσμος της σειράς είναι φτιαγμένος από παράξενους χαρακτήρες που καπνίζουν μανιωδώς βιομηχανικά τσιγάρα, γλάστρες με φυτά, παλ χρώματα, τρελογιατρούς που πάσχουν από νευρώσεις και ψυχώσεις, ονειρικές αναδρομές σε φανταστικούς κόσμους των δύο κεντρικών χαρακτήρων, υπερρεαλιστικό σενάριο, με περίεργους χρόνους, στοιχεία και προεκτάσεις. Παρουσιάζεται επίσης η δυνατότητα να προσλάβεις proxy-friend, έναν υποκριτικό επαγγελματία φίλο ή ad-buddies, φίλους που σε συνοδεύουν παντού και σου κάνουν μία προσωπική παρουσίαση διαφημίσεων. Οι δημιουργοί με ευφυή τρόπο -όχι πάντα επιτυχημένο- αποφασίζουν τολμηρά να εμπλέξουν τα είδη ταινιών, κάτι το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί αναφορά στη σύγχρονη μανιώδη πυρπόληση με επεισόδια από σειρές, ταινίες κ.τ.λ.. Ενδιαφέρον ίσως έχει η κάπως συμβολική και ελαφρώς μπερδεμένη ανάλυση των ψυχολογικών διαταραχών. Τέλος, η ατμόσφαιρα της σειράς είναι ευχάριστη και ωραία, σε κάθε περίπτωση, με έναν ποπ-βίντατζ-φουτουριστίκ τρόπο. 

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

The Deuce


Είναι γεγονός ότι το τιτανομέγιστο δίκτυο της HBO αναλαμβάνει καλές παραγωγές και ότι ο David Simon (The Wire) ξέρει πολύ καλά να γράφει σειρές για περιθωριακά στοιχεία, χαρακτήρες, ενδοκοινωνικές μεταβολές και underground καταστάσεις. Εδώ συνεργάζεται με τον George Pelekanos και βλέπουμε ότι η γραφή τους πάσχει λιγάκι από την έλλειψη της γυναικείας οπτικής. Την κινηματογράφηση κάνουν οι  Pepe Avila del Pino, Vanja Cernjul, Yaron Orbach.
Το Deuce είναι, ενδεικτικά, μία ακραία επιτυχής σειρά, γιατί καταφέρνει να δείξει την ιστορική εξέλιξη της βιομηχανίας του κινηματογράφου πορνό, την περίοδο ’70-’80, στη Νέα Υόρκη. Μιλάμε, δηλαδή, ακόμα για την περίοδο που δεν υπήρχε καν σαν ιδέα, λιγάκι για το πώς επινοήθηκε, αρκετά για το πώς αναπτύχθηκε και, τελικά, νομιμοποιήθηκε. Κατέληξε να είναι σήμερα μία από τις πιο πλουσιοπάροχες βιομηχανίες στον κόσμο, αφού εμπνέεται, δημιουργείται, εκμεταλλεύεται, χρησιμοποιεί, βασίζεται και προδιαγράφει, εν τέλει, την καύλα των ανθρώπων, κυρίως (μάλλον, δυστυχώς) των ανδρών. Μέσω έμμεσων, σημαντικών αναφορών βλέπουμε στη σειρά διάφορα ιστορικά, πολιτικά γεγονότα από διάφορες οπτικές, ανάλογα με τους ήρωες/τις ηρωίδες που τα αναλύουν ή τα συζητούν, σύμφωνα με το σενάριο. Παρατηρούμε υπονοούμενα και νοούμενα για τη διαφθορά και την παρακμιακή συμπεριφορά των αστυνομικών, για τη βία και τα παράνομα ναρκωτικά, αλλά και «νόμιμα» εγκλήματα που γίνονταν καθημερινά και συγκαλύπτονταν στις αμερικάνικες γειτονιές-γκέτο.  
Πρωταγωνιστεί η Maggie Gyllenhaal που παίζει άψογα τον ρόλο της πόρνης που, σε αντίθεση με τις συναδέρφισσές της, και από επιλογή, δεν έχει νταβατζή –με όποια δυσκολία να συνακολουθεί, φυσικά. Η Κάντι, ο ρόλος που παίζει όταν μεταμφιέζεται σε πόρνη, βάζοντας περούκες, έχει ένα μυστήριο παρελθόν. Είναι μητέρα ενός παιδιού, το οποίο μεγαλώνει η μητέρα της κάπου στα προάστια. Η ίδια φέρει αρκετά ψυχολογικά τραύματα από την οικογένειά της, όπως και οι περισσότερες πόρνες. Στο παρόν, ως Αϊλίν, έχει ένα μικρό στούντιο-δωμάτιο, το οποίο δεν μπορεί να αγοράσει, γιατί δεν έχει νόμιμες αποδοχές που μπορεί να δικαιολογήσει στην τράπεζα, ώστε να γίνει δεκτό το δάνειό της. Συνεχώς κάνει αυτοκριτικές σκέψεις και προβληματίζεται για τη θέση και το ρόλο της, είναι βασική χαρακτήρας, παίζει εξαιρετικά, αποτυπώνει τα συναισθήματα της, χωρίς να μιλάει, σε πάρα πολλές σκηνές. Απλώς φοβερή και απολαυστική, κάποιες φορές προκαλεί μία στενοχώρια και μία θλίψη, άλλες σε κάνει να ελπίζεις ότι υπάρχει σωτηρία σε αυτόν τον καλοστημένο, προκλητικό, γοητευτικό, αισθησιακό βάλτο. Η Αϊλίν θέλει να ανεξαρτητοποιηθεί από τον χώρο που την έχει κατακλύσει και προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να επικρατεί, οπότε βλέπουμε την περιπέτεια που ζει και τις δυσκολίες που συναντάει κατά τη διάρκεια του αγώνα της να ξεφύγει από την πορνεία. 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος της Margarita Levieva, που παίζει μία δυναμική και ανεξάρτητη νεαρή γυναίκα, που προσπαθεί να επαναστατήσει ενάντια στο κατεστημένο μέλλον της και τις επιθυμίες της οικογένειάς της και να «γνωρίσει» τη ζωή διαφορετικά, για αυτό και καταφεύγει στο μπαρ, όπου -αποτυχημένα, κατά τη γνώμη μας- την πέφτει στον barman (James Franco), που είναι σαπίλας, όμως καλοπροαίρετος (να είχαμε να λέγαμε), όχι όπως ο δίδυμος αδερφός του και καταλήγει με αυτόν σε ανοιχτή σχέση μαζί του, ενώ, παράλληλα, προσπαθεί να δώσει μία ηθικοφιλοσοφική διάσταση στα πράγματα που βλέπει και βιώνει, καθώς είναι στερεοτυπική φοιτήτρια φιλοσοφικής. Καταλήγει να καταλαβαίνει ότι οι πόρνες δεν είναι όλες καταπιεσμένες, αλλά έχουν κάνει και κάποιες επιλογές, ως άνθρωποι και δεν περιμένουν αυτή να τις σώσει. 
Η σειρά έχει απόλυτη ατμόσφαιρα και στυλ, είναι πολύ ωραία αισθητικά. Έχει γίνει φοβερή δουλειά στο ενδυματολογικό και σκηνογραφικό κομμάτι. Κλισέ και δεν μου αρέσει καθόλου ο τρόπος με τον οποίο ακούγεται, ωστόσο οι γυναίκες κλέβουν την παράσταση, είναι όλες απίστευτες περσόνες. Ενώ από την άλλη, ο James Franco παίζει διπλό ρόλο –τον εαυτό του και τον δίδυμο αδερφό του, που είναι άσπρος (καλός) και μαύρος (κακός),  με κάποιες ενδιάμεσες αποχρώσεις-, αλλά δεν είναι καθόλου πετυχημένος –και κατά τη γνώμη μου ούτε χρήσιμος για το σενάριο– , αφού ο ένας του ρόλος μονάχα είναι βασικός και καλοφτιαγμένος –του Vincent, του μπάρμαν στο Deuce, που αποδέχεται τη συνεργασία με τον Ιταλό αρχιμαφιόζο και αρχίζει γρήγορα και σταθερά να βγάζει λεφτά και να στήνει επιχειρήσεις από εδώ κι από εκεί. Ο αρχιμαφιόζος είναι Ιταλός και θυμίζει πολύ ήρωα από Νονό, μέχρι και Sopranos, χωρίς να ξεφεύγει από τις στερεοτυπικές αναπαραστάσεις, εντούτοις έχει κάποιο ενδιαφέρον τις λίγες φορές που εμφανίζεται. Σε αντίθεση με όσους τον περιβάλλουν που είναι σχεδόν αδιάφοροι. 
Επίσης, γίνεται φανερή εστίαση στον πρώτο κύκλο στους νταβατζήδες που είναι κατά κύριο λόγο βίαιοι, μαύροι, αμόρφωτοι, μπρουταλοειδείς και τερατώδεις ηλίθιοι, ενώ πιο ενδιαφέρουσες είναι οι ζωές των γυναικών της σειράς που, για να φτάσουν να γίνουν αυτό που είναι, υπονοείται ότι έχουν φοβερά κρίσιμα υπόβαθρα, που πολύ συχνά δεν αναλύονται (με σκοπό να αναλυθούν σε μελλοντικά επεισόδια;).  
Στη δεύτερη σαιζόν, από την αισθησιακή φανκ μουσική των μαύρων, γίνεται μία μετάβαση στο πρώιμο πανκ και στην άνθιση του φεμινισμού –δεύτερου κύματος. Η δεύτερη σαιζόν μου άρεσε πολύ πιο πολύ από την πρώτη, γιατί επιτέλους βλέπουμε τις γυναίκες, όπως κι αν είναι, αλλά από τις δικές τους οπτικές. Γίνεται περισσότερη εστίαση σε αυτές και εμφανίζεται στη σειρά ο κλάσικ στερεοτυπικός ομοφυλόφιλος χαρακτήρας ενός μπάρμαν, οπότε βλέπουμε και την προκατάληψη και την επίθεση απέναντι στους lgbtqi - που πολύ δυστυχώς, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει δραματικά.  
Η σειρά είναι σαν ευκολόπιοτο σίριαλ, πάντως, καθώς ασχολείται επιφανειακά με κάποια ζητήματα που είναι μάλλον πολύ κρίσιμα, φαίνεται σαν να θέλει να κεντρίσει το κοινό, αλλά όχι πάρα πολύ, οπότε πετάει γυμνό στον λαό και ανάμεσα μία ιδέα που ίσως και να χάνεται.

Βλ. περισσότερα και κατατοπιστικότερα: https://bust.com/tv/193748-the-deuce-reality.html

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

American Animals

2018 // Bart Layton 

Το American Animals είναι μία παραγωγή που βασίζεται σε αληθινή ιστορία, όπως φροντίζει να μας ξεκαθαρίσει από την αρχή και έχει πάρει τον τίτλο του από το ομώνυμο άλμπουμ του Johnny Thunder: https://www.youtube.com/watch?v=SJ_wzLVhJSs. Γενικά, το σάουντρακ εκπληκτικό. Και είναι γεγονός ότι η κινηματογράφηση θα μπορούσε να είχε πάει θεσπέσια, αν ακολουθούσε τους ρυθμούς των κομματιών που παίζουν από πίσω. 
Η ταινία ξεκινάει με τις μαρτυρίες ανθρώπων και γονέων για τα παιδιά τους και δείχνει πόσο συγκρούονται οι προσδοκίες τους με την εξέλιξη των παιδιών. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι γονείς περιμένουν τα παιδιά να γίνουν «καλοί» πολίτες, να έχουν επαγγέλματα τυπικά, από γιατρός ή δικηγόρος, έως υπάλληλος γραφείου ή βοηθός σε άλλα επαγγέλματα και να ακολουθήσουν μία πορεία κανονικότητας, σύμφωνα με την κοινωνία στην οποία ζούνε. Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται παράλληλα με μαρτυρίες από τους ανθρώπους που έζησαν στην πραγματικότητα ό,τι περίπου βλέπουμε. Είναι, δηλαδή, μισή ταινία και μισή ντοκιμαντέρ, ένας ενδιαφέρον τρόπος γυρίσματος, γενικά, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση λίγο κουραστικός. Οι παρενθέσεις που γίνονται δημιουργούν κοιλιά στην εξέλιξη της πλοκής που δεν αναπτύσσεται, όπως προμηνύεται ότι θα αναπτυχθεί στην αρχή. 

Πρωταγωνιστής, ένας εκ των τεσσάρων είναι ένας νεαρός φοιτητής καλών τεχνών που είναι περιθωριοποιημένος και δεν έχει φίλους. Η κακοποίηση και η περιθωριοποίηση του άνδρα καλλιτέχνη  που ήταν διαφορετικός και πιο ευαίσθητος από τους άλλους, φαίνεται ξεκάθαρα στη σκηνή του πάρτι της αμερικάνικης αδελφότητας, όπου οι συνομήλικοί του τον κοροϊδεύουν και τον αναγκάζουν να κάνει πράγματα για να τον ταπεινώσουν και να γελάσουν εις βάρος του. Πίσω από τον ηθοποιό, βλέπουμε τον πραγματικό Spencer, που εκφράζει την ανάγκη που είχε να ξεπεράσει την απλή ικανότητα της ζωγραφικής και να φτάσει στο επίπεδο του πόνου. Δηλώνει ότι αναζητούσε μία ευκαιρία/εμπειρία αλλαγής ζωής σε εκείνη την ηλικία.  Κι έτσι, καλεί τον Warren, έναν κάπως παράξενο σποραδικό φίλο του που είχε προβληματική οικογένεια, με γονείς προς διαζύγιο, να κλέψουν ένα πανάκριβο βιβλίο με πίνακες φλαμίνγκο από τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. 

Οι δύο τους αρχίζουν και οργανώνουν το σχέδιό τους, αλλά συνειδητοποιούν στην πορεία ότι αναζητούν απλώς μία διέξοδο από την άσχημη και δυσχερή καθημερινότητά τους. Εντοπίζουν άλλους δύο συνεργάτες, ο ένας είναι απόλυτα διανοούμενος, αλλά μοναχικός και ο άλλος ένας πολύ καλογυμνασμένος, αλλά οξύθυμος τύπος και προβαίνουν στην επιτέλεση του σχεδίου τους. Οι πραγματικοί χαρακτήρες που προβάλλονται παράλληλα και μιλάνε για το τι συνέβη στην πραγματικότητα, δίνουν κάποιο ενδιαφέρον σε αυτό που βλέπουμε. 


Η ταινία δεν είναι κάτι σπουδαίο. Ενώ ξεκινάει με ενδιαφέρουσα κοινωνική κριτική και ανάλυση των χαρακτήρων, καταλήγει σε έναν περιττό διδακτισμό και δείχνει τους πραγματικούς ανθρώπους, να αντιλαμβάνονται τις καλές και τις κακές τους πράξεις μέσω ενοχών και φόβων. Ενώ την ίδια στιγμή, καθ'όλη τη διάρκεια της εκτύλιξης των γεγονότων, βλέπουμε μαρτυρίες συγγενών, καθηγητών, φίλων, γνωστών που δεν προσδιορίζονται οι σχέσεις τους με τους τέσσερις πρωταγωνιστές. Ωστόσο, οι μάρτυρες αναφέρονται στους τελευταίους και λένε πόσο καλά παιδιά ήταν και πόσο δεν φαντάζονταν ότι θα προέβαιναν σε μία ληστεία ή θα κάνανε κακό σε κάποιον. Λίγο υπερβολικά τα σχόλιά τους. 

Έχει κάποιο ενδιαφέρον, τρομερά ωραίες μουσικές και κάποτε καλή σκηνοθεσία. Αν θέλετε να δείτε μια ταινία για ανθρώπους που παρανόμησαν, χωρίς να έχουν κακές προθέσεις και επειδή αναγκάστηκαν, ώστε να ξεφύγουν από την άθλια πραγματικότητα που ζούσανε, εσωτερικά και εξωτερικά, τότε το American Animals, είναι μία καλή επιλογή. 

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Gett: The trial of Viviane Amsalem


2018 // Ronit Elkabetz, Shlomi Elkabetz



Η πρωταγωνίστρια είναι και η δημιουργός της ταινίας μαζί με τον αδερφό της. Πόσο δύσκολο είναι να πάρει διαζύγιο μία γυναίκα στο Ισραήλ; Μία γυναίκα που παντρεύτηκε στα δεκαπέντε, αποφασίζει μετά από τριάντα χρόνια ότι δεν μπορεί άλλο σε αυτόν τον γάμο και όντας απόλυτα δυστυχισμένη αιτείται στο θρησκευτικό δικαστήριο το διαζύγιό της. Το Gett είναι η άδεια που δίνει ο άνδρας στη γυναίκα για να χωρίσουν. Αλλά ο άνδρας της ανυποχώρητος δεν της το δίνει, οπότε η δίκη παίρνει πολλές αναβολές. Η γυναίκα μένει χώρια από τον άνδρα της, αλλά οι δικαστές δεν της δίνουν το πολυπόθητο χαρτί που χρειάζεται για την επισημοποίηση του χωρισμού. Αντιθέτως, την εξαναγκάζουν να μείνει ξανά μαζί του για να επαναπροσδιορίσει την απόφασή της, της ζητάνε να φέρει μάρτυρες και δεν υποχωρούν, γιατί ο άνδρας της έχει δείξει καλή διαγωγή. 
Η ταινία είναι γυρισμένη σε έναν χώρο, μέσα στην αίθουσα δικαστηρίου και στον θάλαμο αναμονής και επικεντρώνεται στους ανθρώπους και στον διάλογο, μέσα από τον οποίο γίνονται κατάφορες οι εσωτερικές συγκρούσεις των ανθρώπων, αλλά και η αδικία του συστήματος που δεν δίνει το δικαίωμα στη γυναίκα να αποφασίζει για τις σχέσεις της, , για την υπόσταση και την εμφάνισή της, για την εαυτή της, για τη ζωή της. 

Tully

2018 // Jason Reitman, Diablo Cody 

Μετά το Young Adult, το αχτύπητο δίδυμο σκηνοθέτη-σεναριογράφου ξαναχτυπά. Το Tully είναι μία ταινία που έχει μέσα της υπέροχα στοιχεία συγκεντρωμένα όλα μαζί στην ερμηνεία και το πρόσωπο της Charlize Theron, η οποία υποδύεται άψογα μία μητέρα σε απόγνωση με τρία παιδιά και επιλόχειο κατάθλιψη. Έχει ήδη δύο παιδιά-ένα εξ αυτών με σύνδρομο που είναι μη διαχειρίσιμο από τους γύρω της και από το ακριβό ιδιωτικό σχολείο, όπου το περιθωριοποιούν και το χαρακτηρίζουν "quirky" και αταίριαστο με τα υπόλοιπα παιδιά- και η ταινία ξεκινάει με αυτήν σε κατάσταση τελικού σταδίου εγκυμοσύνης στο τρίτο. Ήταν πάντα έτσι αυτή η γυναίκα; Όχι, ήθελε άλλα πράγματα, ήταν για άλλα πράγματα, κατέληξε σε αυτά. Ωστόσο, η ταινία δείχνει με πολύ ωραίο τρόπο το πόσο δύσκολη είναι η αποδοχή της ενήλικης ζωής και του ρόλου της μητέρας που επιβάλλεται πολλές φορές στη γυναίκα με απότομο τρόπο. 

Ο άνδρας της (Ron Livingston), απών, δεν μπορεί -ή και δεν προτίθεται-να τη βοηθήσει, λείπει για τη δουλειά, παίζει βίντεο γκέιμς που σκοτώνει ζόμπι και υπακούει στο στερεότυπο που θέλει τους άνδρες να μη συμβάλουν στις οικογενειακές καταστάσεις και υποχρεώσεις, γιατί όπως λέει ηλιθίως "δεν έχω βυζιά". Η ταινία είναι πολύ αποτελεσματική και αποστομώνει αυτούς τους άνδρες που αγαπάνε τις γυναίκες τους, αλλά κάνουν πως δεν ξέρουν πώς να φερθούν και να βοηθήσουν στις δύσκολες φάσεις. 

Η γυναίκα δουλεύει, επίσης, σε μία δουλειά που δεν της αρέσει και δεν την έχει επιλέξει, αλλά την κάνει για την οικογένεια. Έχει ξεχάσει τι ήταν και τι ήθελε κάποτε. Λέει ξεκάθαρα πως είναι "empty", σε κάποιο σημείο της ταινίας και η ατμόσφαιρα βαραίνει. Η αποκαρδιωτική πραγματικότητα πολλών μητέρων γυναικών που συμβιβάστηκαν για τα παιδιά τους, για να είναι "καλές" μητέρες. Αλλά ενώ αυτή έχει πάρει άδεια μητρότητας, για την τελευταία εγκυμοσύνη της, ο άνδρας πηγαίνει ταξίδια για την εταιρεία του και την αφήνει μόνη της. Μόνη μπροστά στο βουνό της οικογένειας, να διαχειριστεί τη μονοτονία του μεγαλώματος των παιδιών και όλες τις ευθύνες που φέρει αυτή η συνθήκη επί τρία. Βλέπουμε πολύ εύστοχα τις ψυχικές διακυμάνσεις που έχει μία γυναίκα που αναλαμβάνει όλους τους ρόλους και τις υποχρεώσεις απέναντι στα παιδιά και προσπαθεί και θέλει να είναι μία καλή μητέρα. 



Η πρωταγωνίστρια Μάρλο, προσλαμβάνει μία νταντά νύχτας -έρχεται τη νύχτα και ξυπνάει τις μαμάδες, μόνο όποτε είναι να θηλάσει το παιδί- που της προτείνει ο πλούσιος ευκατάστατος και νιου έιτζ αδερφός της για να τη βοηθήσει. Αυτός έχει την τέλεια οικογένεια που μοιάζει εξωπραγματική, επειδή διευθετεί τα πάντα με χρήματα. Βλέπει την αδερφή του να δυσκολεύεται και με εγωιστικό ενδιαφέρον, θέλει να τη "φέρει πίσω", γιατί πλέον δεν την αναγνωρίζει. Αλλά ο χρόνος δεν γυρίζει, τα πράγματα αλλάζουν και μπορεί να γίνονται πολύ βαρετά μέσα σε μία οικογένεια που για να είναι υγιής για τα παιδιά πρέπει να είναι βαρετή, ρουτινιασμένη και σταθερή σε κάποια πράγματα. Η μαγική νταντά είναι η Tully (Mackenzie Davis) που έρχεται να αλλάξει όλες τις ισορροπίες και παρεμβαίνει καταλυτικά με έναν πολύ ενδιαφέρον και ξεχωριστό τρόπο. 

Η ταινία είναι πικρόγλυκια, έχει τόσο γέλιο, όσο και κλάμα. Θα ήθελα να είναι λίγο πιο αναλυτική και να διαρκεί περισσότερο. Παρουσιάζει τα πράγματα της καθημερινότητας όπως είναι σκληρά, αλλά ταυτόχρονα και μαγικά. Σε κάθε περίπτωση η διαχείριση του θέματος γίνεται με έναν πολύ γλυκό και μελαγχολικό τρόπο και το φινάλε είναι τόσο ξεχωριστό που ολοκληρώνει την ταινία. Μερικές φορές, χρειάζεται να κάνουμε "τρελά" πράγματα, για να τα βγάλουμε πέρα. 

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Sharp Objects

2018 // Jean-Marc Vaillée

Μετά τις ταινίες C.R.A.Z.Y. (2005), Café de flore (2011), Dallas Buyers Club (2013), Wild (2014) και τη μίνι σειρά Big Little Lies (2017), ο Jean-Marc Vaillée επανέρχεται με το Sharp Objects, επίσης μίνι σειρά, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Gillian Flynn. Το σενάριο έγραψε η Marti Noxon. Με την Amy Adams να ξεχωρίζει, ρεσιτάλ ερμηνείας δίνουν οι γυναίκες της σειράς, Patricia Clarkson και Eliza Scanlen στους πρωταγωνιστικούς, κεντρικούς ρόλους. Η σειρά έχει άψογο μοντάζ από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, που λειτουργεί καθοριστικά για το αποτέλεσμα. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, αλλά φαντάζομαι ότι θα είναι τόσο καλογραμμένο όσο και το Gone Girl που το είχα διαβάσει σε μετάφραση. Εντούτοις, σε πολύ μεγάλο βαθμό, θεωρώ πως το κινηματογραφικό αποτέλεσμα είναι τόσο δυνατό, γιατί βασίζεται σε αυτόν τον κόσμο που έχει δημιουργήσει η Flynn. Έχω μία περίεργη σύνδεση με την αμερικάνικη επαρχία, αισθάνομαι πως μέσα από τις ταινίες και τις σειρές που έχω δει, έχει αναπτυχθεί μία οικειότητα, αλλά και μία ταύτιση, πολύ περισσότερο από ό,τι μάλλον με την ελληνική. Μέσα από τέτοιες σειρές, αναδεικνύονται οι καθημερινές προβληματικές των μικροαστικών ομάδων και μπορούμε να εντοπίσουμε κάποιες μακρινές αναλογίες. Το Wind Gap, αυτή η μικρή πόλη, όπου συμβαίνουν πράματα και θάματα, μετατρέπεται γρήγορα από απλώς μυστηριώδες σε ένα αποτρόπαιο και εφιαλτικό μέρος που σαπίζει εκ των έσω.

Ακόμα πιο θαυμάσιος είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δημιουργοί της σειράς επιτυγχάνουν να διαχειριστούν την προβολή του τραύματος από την οικογένεια, καθώς και να καταδείξουν, παράλληλα, τις πολύπλοκες συνδέσεις που ενυπάρχουν σε αυτήν. Για πρώτη φορά, μου φαίνεται πως βλέπω την επιβολή της μητέρας τόσο καλά δομημένη, μέσα από αυτή τη σειρά. Βέβαια, μιλάμε για μία μητέρα με ένα ιδιαίτερο σύνδρομο που είναι και ιδιοκτήτρια βιομηχανίας εκτροφής και σφαγής γουρουνιών και έχει και απαράδεκτο χαρακτήρα, πάμπλουτη αλλά με μικροαστική και διαταραγμένη συμπεριφορά. Το ζήτημα της κακοποίησης των ζώων δεν τίθεται πρωταρχικά, αλλά φαίνεται σαν να τοποθετείται για να εντείνει την υπόνοια της καλυμμένης βίας. Επιτέλους, έχουμε πρωταγωνίστρια γυναίκα, ερευνήτρια-δημοσιογράφο (Amy Adams) που παρουσιάζεται ωμά, ανθρώπινα και ρεαλιστικά. 
Η Camille αναλαμβάνει να επιστρέψει στην επαρχία από όπου κατάγεται και από όπου είχε φύγει, για να διερευνήσει τη δολοφονία ενός κοριτσιού. Οι δολοφονίες αθώων νεαρών κοριτσιών είναι ένα κλασσικό μοτίβο σε σειρές και ταινίες που προέρχονται από την αμερικάνικη παράδοση και κουλτούρα, αλλά εδώ ο τρόπος διαχείρισης του θέματος το καθιστά μοναδικό και ιδιαίτερο. Είμαι κοντά στο να ομολογήσω πως δεν μου φάνηκε το κυρίαρχο ζήτημα, ούτε με τρόμαξε τόσο όσο άλλα πράγματα, όπως οι λόγοι που οδήγησαν την πρωταγωνίστρια να αυτοτραυματίζεται που είναι βαθύτεροι και ψυχαναλυτικής φύσεως.  


Η αισθητική και τα χρώματα μου άρεσαν πάρα πολύ. Φοβερή μουσική που λειτουργεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Όταν η Camille μπαίνει σε κέντρο απεξάρτησης από τον αυτοτραυματισμό, συγκατοικεί με μία έφηβη που έχει τις ίδιες τάσεις και εκείνη της δείχνει πώς να "ξεφεύγει" μέσω της μουσικής -η μουσική λειτουργεί για μένα, παρόμοια με αυτό που βλέπουμε. Αυτός είναι και ο πρώτος τρόπος που φαίνεται σαν θετικός, παρότι η μουσική είναι κατά βάση μελαγχολική. Η δεύτερη χρησιμότητα της μουσικής, παρουσιάζεται στο οικογενειακό σπίτι της Camille, όπου ο δεύτερος άνδρας της μητέρας της, Andorra, και πατέρας της έφηβης αδερφής της Amma, βάζει βινύλια στο πικάπ και έτσι η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι ενδεδυμένη με ηρεμιστικά, θα έλεγα "ναρκωτικά" κομμάτια που συμβάλλουν στην καλλιέργεια ενός υποδόριου τρόμου. 

Η σειρά σίγουρα περιλαμβάνει αρκετές κινηματογραφικές φάσεις που δεν θα τις άλλαζα με τίποτα. Δεν καταλαβαίνω πώς η Amy Adams πέτυχε να φαίνεται απόλυτα καταθλιμμένη σε κάθε σκηνή. Είναι μοναδική η ερμηνεία της και αξίζει πολλών συγχαρητηρίων, γιατί φαίνεται σαν να ζει τα συναισθήματα της ηρωίδας που ενσαρκώνει, κυριολεκτικά και μεταφορικά στο πετσί της. Δεν ξέρω, επίσης, πώς καταφέρανε να κάνουν τόσο επιτυχημένο μακιγιάζ. 


Το μοντάζ που δείχνει τις αναμνήσεις και τα τραύματα που κουβαλάει είναι άξιο δεύτερου όσκαρ, τουλάχιστον, για τον Vaillee. Αυτό που βλέπουμε να εκτυλίσσεται, αναπτύσσεται μέσα από πολλαπλά επίπεδα, εξαιτίας των εικόνων που παρατίθενται  ή έρχονται επιθετικά από το παρελθόν, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε σαν μαχαίρια, ανάμεσα στις σκηνές του εδώ και τώρα. Ενδιαφέρον ρόλο έχει το αφεντικό της πρωταγωνίστριας και η γυναίκα του που είναι σαν να την έχουν υιοθετήσει και τη φροντίζουν με σπάνια ανθρωπιά. Έτσι λειτουργούν εξισορροπητικά για τους υπόλοιπους χαρακτήρες που φαίνεται να έχουν τερατώδεις πτυχές. 



Δεν συμφωνώ με όλα όσα λέει ο αρθρογράφος -που είναι πολύ καλός στην ανάλυση σειρών και ταινιών-, αλλά διαβάστε εδώ για περισσότερη και πιο ολοκληρωμένη ανάλυση για τη σειρά ή απλώς δείτε τη, όπως αρχικά έκανα κι εγώ και, σε κάθε περίπτωση, περιμένετε μονάχα τη συγκίνηση, την ταραχή, την αγωνία και την έκπληξη που ο Vaillée ξέρει να δίνει στα έργα του. Το τέλος της σειράς είναι αμφίρροπο, διάβασα κάποιες εξηγήσεις και κατάλαβα, ίσως θα έπρεπε να πάω και στο βιβλίο, αλλά φάνηκε σαν να κόπηκε απότομα. Αλλά αυτά είναι και τα κακά των ωραίων πραγμάτων –προορίζονται κάποτε να τελειώσουν, κάποιες φορές γρήγορα, στακάτα και απότομα.