Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

American Animals

2018 // Bart Layton 

Το American Animals είναι μία παραγωγή που βασίζεται σε αληθινή ιστορία, όπως φροντίζει να μας ξεκαθαρίσει από την αρχή και έχει πάρει τον τίτλο του από το ομώνυμο άλμπουμ του Johnny Thunder: https://www.youtube.com/watch?v=SJ_wzLVhJSs. Γενικά, το σάουντρακ εκπληκτικό. Και είναι γεγονός ότι η κινηματογράφηση θα μπορούσε να είχε πάει θεσπέσια, αν ακολουθούσε τους ρυθμούς των κομματιών που παίζουν από πίσω. 
Η ταινία ξεκινάει με τις μαρτυρίες ανθρώπων και γονέων για τα παιδιά τους και δείχνει πόσο συγκρούονται οι προσδοκίες τους με την εξέλιξη των παιδιών. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι γονείς περιμένουν τα παιδιά να γίνουν «καλοί» πολίτες, να έχουν επαγγέλματα τυπικά, από γιατρός ή δικηγόρος, έως υπάλληλος γραφείου ή βοηθός σε άλλα επαγγέλματα και να ακολουθήσουν μία πορεία κανονικότητας, σύμφωνα με την κοινωνία στην οποία ζούνε. Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται παράλληλα με μαρτυρίες από τους ανθρώπους που έζησαν στην πραγματικότητα ό,τι περίπου βλέπουμε. Είναι, δηλαδή, μισή ταινία και μισή ντοκιμαντέρ, ένας ενδιαφέρον τρόπος γυρίσματος, γενικά, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση λίγο κουραστικός. Οι παρενθέσεις που γίνονται δημιουργούν κοιλιά στην εξέλιξη της πλοκής που δεν αναπτύσσεται, όπως προμηνύεται ότι θα αναπτυχθεί στην αρχή. 

Πρωταγωνιστής, ένας εκ των τεσσάρων είναι ένας νεαρός φοιτητής καλών τεχνών που είναι περιθωριοποιημένος και δεν έχει φίλους. Η κακοποίηση και η περιθωριοποίηση του άνδρα καλλιτέχνη  που ήταν διαφορετικός και πιο ευαίσθητος από τους άλλους, φαίνεται ξεκάθαρα στη σκηνή του πάρτι της αμερικάνικης αδελφότητας, όπου οι συνομήλικοί του τον κοροϊδεύουν και τον αναγκάζουν να κάνει πράγματα για να τον ταπεινώσουν και να γελάσουν εις βάρος του. Πίσω από τον ηθοποιό, βλέπουμε τον πραγματικό Spencer, που εκφράζει την ανάγκη που είχε να ξεπεράσει την απλή ικανότητα της ζωγραφικής και να φτάσει στο επίπεδο του πόνου. Δηλώνει ότι αναζητούσε μία ευκαιρία/εμπειρία αλλαγής ζωής σε εκείνη την ηλικία.  Κι έτσι, καλεί τον Warren, έναν κάπως παράξενο σποραδικό φίλο του που είχε προβληματική οικογένεια, με γονείς προς διαζύγιο, να κλέψουν ένα πανάκριβο βιβλίο με πίνακες φλαμίνγκο από τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. 

Οι δύο τους αρχίζουν και οργανώνουν το σχέδιό τους, αλλά συνειδητοποιούν στην πορεία ότι αναζητούν απλώς μία διέξοδο από την άσχημη και δυσχερή καθημερινότητά τους. Εντοπίζουν άλλους δύο συνεργάτες, ο ένας είναι απόλυτα διανοούμενος, αλλά μοναχικός και ο άλλος ένας πολύ καλογυμνασμένος, αλλά οξύθυμος τύπος και προβαίνουν στην επιτέλεση του σχεδίου τους. Οι πραγματικοί χαρακτήρες που προβάλλονται παράλληλα και μιλάνε για το τι συνέβη στην πραγματικότητα, δίνουν κάποιο ενδιαφέρον σε αυτό που βλέπουμε. 


Η ταινία δεν είναι κάτι σπουδαίο. Ενώ ξεκινάει με ενδιαφέρουσα κοινωνική κριτική και ανάλυση των χαρακτήρων, καταλήγει σε έναν περιττό διδακτισμό και δείχνει τους πραγματικούς ανθρώπους, να αντιλαμβάνονται τις καλές και τις κακές τους πράξεις μέσω ενοχών και φόβων. Ενώ την ίδια στιγμή, καθ'όλη τη διάρκεια της εκτύλιξης των γεγονότων, βλέπουμε μαρτυρίες συγγενών, καθηγητών, φίλων, γνωστών που δεν προσδιορίζονται οι σχέσεις τους με τους τέσσερις πρωταγωνιστές. Ωστόσο, οι μάρτυρες αναφέρονται στους τελευταίους και λένε πόσο καλά παιδιά ήταν και πόσο δεν φαντάζονταν ότι θα προέβαιναν σε μία ληστεία ή θα κάνανε κακό σε κάποιον. Λίγο υπερβολικά τα σχόλιά τους. 

Έχει κάποιο ενδιαφέρον, τρομερά ωραίες μουσικές και κάποτε καλή σκηνοθεσία. Αν θέλετε να δείτε μια ταινία για ανθρώπους που παρανόμησαν, χωρίς να έχουν κακές προθέσεις και επειδή αναγκάστηκαν, ώστε να ξεφύγουν από την άθλια πραγματικότητα που ζούσανε, εσωτερικά και εξωτερικά, τότε το American Animals, είναι μία καλή επιλογή. 

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Gett: The trial of Viviane Amsalem


2018 // Ronit Elkabetz, Shlomi Elkabetz



Η πρωταγωνίστρια είναι και η δημιουργός της ταινίας μαζί με τον αδερφό της. Πόσο δύσκολο είναι να πάρει διαζύγιο μία γυναίκα στο Ισραήλ; Μία γυναίκα που παντρεύτηκε στα δεκαπέντε, αποφασίζει μετά από τριάντα χρόνια ότι δεν μπορεί άλλο σε αυτόν τον γάμο και όντας απόλυτα δυστυχισμένη αιτείται στο θρησκευτικό δικαστήριο το διαζύγιό της. Το Gett είναι η άδεια που δίνει ο άνδρας στη γυναίκα για να χωρίσουν. Αλλά ο άνδρας της ανυποχώρητος δεν της το δίνει, οπότε η δίκη παίρνει πολλές αναβολές. Η γυναίκα μένει χώρια από τον άνδρα της, αλλά οι δικαστές δεν της δίνουν το πολυπόθητο χαρτί που χρειάζεται για την επισημοποίηση του χωρισμού. Αντιθέτως, την εξαναγκάζουν να μείνει ξανά μαζί του για να επαναπροσδιορίσει την απόφασή της, της ζητάνε να φέρει μάρτυρες και δεν υποχωρούν, γιατί ο άνδρας της έχει δείξει καλή διαγωγή. 
Η ταινία είναι γυρισμένη σε έναν χώρο, μέσα στην αίθουσα δικαστηρίου και στον θάλαμο αναμονής και επικεντρώνεται στους ανθρώπους και στον διάλογο, μέσα από τον οποίο γίνονται κατάφορες οι εσωτερικές συγκρούσεις των ανθρώπων, αλλά και η αδικία του συστήματος που δεν δίνει το δικαίωμα στη γυναίκα να αποφασίζει για τις σχέσεις της, , για την υπόσταση και την εμφάνισή της, για την εαυτή της, για τη ζωή της. 

Tully

2018 // Jason Reitman, Diablo Cody 

Μετά το Young Adult, το αχτύπητο δίδυμο σκηνοθέτη-σεναριογράφου ξαναχτυπά. Το Tully είναι μία ταινία που έχει μέσα της υπέροχα στοιχεία συγκεντρωμένα όλα μαζί στην ερμηνεία και το πρόσωπο της Charlize Theron, η οποία υποδύεται άψογα μία μητέρα σε απόγνωση με τρία παιδιά και επιλόχειο κατάθλιψη. Έχει ήδη δύο παιδιά-ένα εξ αυτών με σύνδρομο που είναι μη διαχειρίσιμο από τους γύρω της και από το ακριβό ιδιωτικό σχολείο, όπου το περιθωριοποιούν και το χαρακτηρίζουν "quirky" και αταίριαστο με τα υπόλοιπα παιδιά- και η ταινία ξεκινάει με αυτήν σε κατάσταση τελικού σταδίου εγκυμοσύνης στο τρίτο. Ήταν πάντα έτσι αυτή η γυναίκα; Όχι, ήθελε άλλα πράγματα, ήταν για άλλα πράγματα, κατέληξε σε αυτά. Ωστόσο, η ταινία δείχνει με πολύ ωραίο τρόπο το πόσο δύσκολη είναι η αποδοχή της ενήλικης ζωής και του ρόλου της μητέρας που επιβάλλεται πολλές φορές στη γυναίκα με απότομο τρόπο. 

Ο άνδρας της (Ron Livingston), απών, δεν μπορεί -ή και δεν προτίθεται-να τη βοηθήσει, λείπει για τη δουλειά, παίζει βίντεο γκέιμς που σκοτώνει ζόμπι και υπακούει στο στερεότυπο που θέλει τους άνδρες να μη συμβάλουν στις οικογενειακές καταστάσεις και υποχρεώσεις, γιατί όπως λέει ηλιθίως "δεν έχω βυζιά". Η ταινία είναι πολύ αποτελεσματική και αποστομώνει αυτούς τους άνδρες που αγαπάνε τις γυναίκες τους, αλλά κάνουν πως δεν ξέρουν πώς να φερθούν και να βοηθήσουν στις δύσκολες φάσεις. 

Η γυναίκα δουλεύει, επίσης, σε μία δουλειά που δεν της αρέσει και δεν την έχει επιλέξει, αλλά την κάνει για την οικογένεια. Έχει ξεχάσει τι ήταν και τι ήθελε κάποτε. Λέει ξεκάθαρα πως είναι "empty", σε κάποιο σημείο της ταινίας και η ατμόσφαιρα βαραίνει. Η αποκαρδιωτική πραγματικότητα πολλών μητέρων γυναικών που συμβιβάστηκαν για τα παιδιά τους, για να είναι "καλές" μητέρες. Αλλά ενώ αυτή έχει πάρει άδεια μητρότητας, για την τελευταία εγκυμοσύνη της, ο άνδρας πηγαίνει ταξίδια για την εταιρεία του και την αφήνει μόνη της. Μόνη μπροστά στο βουνό της οικογένειας, να διαχειριστεί τη μονοτονία του μεγαλώματος των παιδιών και όλες τις ευθύνες που φέρει αυτή η συνθήκη επί τρία. Βλέπουμε πολύ εύστοχα τις ψυχικές διακυμάνσεις που έχει μία γυναίκα που αναλαμβάνει όλους τους ρόλους και τις υποχρεώσεις απέναντι στα παιδιά και προσπαθεί και θέλει να είναι μία καλή μητέρα. 



Η πρωταγωνίστρια Μάρλο, προσλαμβάνει μία νταντά νύχτας -έρχεται τη νύχτα και ξυπνάει τις μαμάδες, μόνο όποτε είναι να θηλάσει το παιδί- που της προτείνει ο πλούσιος ευκατάστατος και νιου έιτζ αδερφός της για να τη βοηθήσει. Αυτός έχει την τέλεια οικογένεια που μοιάζει εξωπραγματική, επειδή διευθετεί τα πάντα με χρήματα. Βλέπει την αδερφή του να δυσκολεύεται και με εγωιστικό ενδιαφέρον, θέλει να τη "φέρει πίσω", γιατί πλέον δεν την αναγνωρίζει. Αλλά ο χρόνος δεν γυρίζει, τα πράγματα αλλάζουν και μπορεί να γίνονται πολύ βαρετά μέσα σε μία οικογένεια που για να είναι υγιής για τα παιδιά πρέπει να είναι βαρετή, ρουτινιασμένη και σταθερή σε κάποια πράγματα. Η μαγική νταντά είναι η Tully (Mackenzie Davis) που έρχεται να αλλάξει όλες τις ισορροπίες και παρεμβαίνει καταλυτικά με έναν πολύ ενδιαφέρον και ξεχωριστό τρόπο. 

Η ταινία είναι πικρόγλυκια, έχει τόσο γέλιο, όσο και κλάμα. Θα ήθελα να είναι λίγο πιο αναλυτική και να διαρκεί περισσότερο. Παρουσιάζει τα πράγματα της καθημερινότητας όπως είναι σκληρά, αλλά ταυτόχρονα και μαγικά. Σε κάθε περίπτωση η διαχείριση του θέματος γίνεται με έναν πολύ γλυκό και μελαγχολικό τρόπο και το φινάλε είναι τόσο ξεχωριστό που ολοκληρώνει την ταινία. Μερικές φορές, χρειάζεται να κάνουμε "τρελά" πράγματα, για να τα βγάλουμε πέρα. 

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Sharp Objects

2018 // Jean-Marc Vaillée

Μετά τις ταινίες C.R.A.Z.Y. (2005), Café de flore (2011), Dallas Buyers Club (2013), Wild (2014) και τη μίνι σειρά Big Little Lies (2017), ο Jean-Marc Vaillée επανέρχεται με το Sharp Objects, επίσης μίνι σειρά, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Gillian Flynn. Το σενάριο έγραψε η Marti Noxon. Με την Amy Adams να ξεχωρίζει, ρεσιτάλ ερμηνείας δίνουν οι γυναίκες της σειράς, Patricia Clarkson και Eliza Scanlen στους πρωταγωνιστικούς, κεντρικούς ρόλους. Η σειρά έχει άψογο μοντάζ από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, που λειτουργεί καθοριστικά για το αποτέλεσμα. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, αλλά φαντάζομαι ότι θα είναι τόσο καλογραμμένο όσο και το Gone Girl που το είχα διαβάσει σε μετάφραση. Εντούτοις, σε πολύ μεγάλο βαθμό, θεωρώ πως το κινηματογραφικό αποτέλεσμα είναι τόσο δυνατό, γιατί βασίζεται σε αυτόν τον κόσμο που έχει δημιουργήσει η Flynn. Έχω μία περίεργη σύνδεση με την αμερικάνικη επαρχία, αισθάνομαι πως μέσα από τις ταινίες και τις σειρές που έχω δει, έχει αναπτυχθεί μία οικειότητα, αλλά και μία ταύτιση, πολύ περισσότερο από ό,τι μάλλον με την ελληνική. Μέσα από τέτοιες σειρές, αναδεικνύονται οι καθημερινές προβληματικές των μικροαστικών ομάδων και μπορούμε να εντοπίσουμε κάποιες μακρινές αναλογίες. Το Wind Gap, αυτή η μικρή πόλη, όπου συμβαίνουν πράματα και θάματα, μετατρέπεται γρήγορα από απλώς μυστηριώδες σε ένα αποτρόπαιο και εφιαλτικό μέρος που σαπίζει εκ των έσω.

Ακόμα πιο θαυμάσιος είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δημιουργοί της σειράς επιτυγχάνουν να διαχειριστούν την προβολή του τραύματος από την οικογένεια, καθώς και να καταδείξουν, παράλληλα, τις πολύπλοκες συνδέσεις που ενυπάρχουν σε αυτήν. Για πρώτη φορά, μου φαίνεται πως βλέπω την επιβολή της μητέρας τόσο καλά δομημένη, μέσα από αυτή τη σειρά. Βέβαια, μιλάμε για μία μητέρα με ένα ιδιαίτερο σύνδρομο που είναι και ιδιοκτήτρια βιομηχανίας εκτροφής και σφαγής γουρουνιών και έχει και απαράδεκτο χαρακτήρα, πάμπλουτη αλλά με μικροαστική και διαταραγμένη συμπεριφορά. Το ζήτημα της κακοποίησης των ζώων δεν τίθεται πρωταρχικά, αλλά φαίνεται σαν να τοποθετείται για να εντείνει την υπόνοια της καλυμμένης βίας. Επιτέλους, έχουμε πρωταγωνίστρια γυναίκα, ερευνήτρια-δημοσιογράφο (Amy Adams) που παρουσιάζεται ωμά, ανθρώπινα και ρεαλιστικά. 
Η Camille αναλαμβάνει να επιστρέψει στην επαρχία από όπου κατάγεται και από όπου είχε φύγει, για να διερευνήσει τη δολοφονία ενός κοριτσιού. Οι δολοφονίες αθώων νεαρών κοριτσιών είναι ένα κλασσικό μοτίβο σε σειρές και ταινίες που προέρχονται από την αμερικάνικη παράδοση και κουλτούρα, αλλά εδώ ο τρόπος διαχείρισης του θέματος το καθιστά μοναδικό και ιδιαίτερο. Είμαι κοντά στο να ομολογήσω πως δεν μου φάνηκε το κυρίαρχο ζήτημα, ούτε με τρόμαξε τόσο όσο άλλα πράγματα, όπως οι λόγοι που οδήγησαν την πρωταγωνίστρια να αυτοτραυματίζεται που είναι βαθύτεροι και ψυχαναλυτικής φύσεως.  


Η αισθητική και τα χρώματα μου άρεσαν πάρα πολύ. Φοβερή μουσική που λειτουργεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Όταν η Camille μπαίνει σε κέντρο απεξάρτησης από τον αυτοτραυματισμό, συγκατοικεί με μία έφηβη που έχει τις ίδιες τάσεις και εκείνη της δείχνει πώς να "ξεφεύγει" μέσω της μουσικής -η μουσική λειτουργεί για μένα, παρόμοια με αυτό που βλέπουμε. Αυτός είναι και ο πρώτος τρόπος που φαίνεται σαν θετικός, παρότι η μουσική είναι κατά βάση μελαγχολική. Η δεύτερη χρησιμότητα της μουσικής, παρουσιάζεται στο οικογενειακό σπίτι της Camille, όπου ο δεύτερος άνδρας της μητέρας της, Andorra, και πατέρας της έφηβης αδερφής της Amma, βάζει βινύλια στο πικάπ και έτσι η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι ενδεδυμένη με ηρεμιστικά, θα έλεγα "ναρκωτικά" κομμάτια που συμβάλλουν στην καλλιέργεια ενός υποδόριου τρόμου. 

Η σειρά σίγουρα περιλαμβάνει αρκετές κινηματογραφικές φάσεις που δεν θα τις άλλαζα με τίποτα. Δεν καταλαβαίνω πώς η Amy Adams πέτυχε να φαίνεται απόλυτα καταθλιμμένη σε κάθε σκηνή. Είναι μοναδική η ερμηνεία της και αξίζει πολλών συγχαρητηρίων, γιατί φαίνεται σαν να ζει τα συναισθήματα της ηρωίδας που ενσαρκώνει, κυριολεκτικά και μεταφορικά στο πετσί της. Δεν ξέρω, επίσης, πώς καταφέρανε να κάνουν τόσο επιτυχημένο μακιγιάζ. 


Το μοντάζ που δείχνει τις αναμνήσεις και τα τραύματα που κουβαλάει είναι άξιο δεύτερου όσκαρ, τουλάχιστον, για τον Vaillee. Αυτό που βλέπουμε να εκτυλίσσεται, αναπτύσσεται μέσα από πολλαπλά επίπεδα, εξαιτίας των εικόνων που παρατίθενται  ή έρχονται επιθετικά από το παρελθόν, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε σαν μαχαίρια, ανάμεσα στις σκηνές του εδώ και τώρα. Ενδιαφέρον ρόλο έχει το αφεντικό της πρωταγωνίστριας και η γυναίκα του που είναι σαν να την έχουν υιοθετήσει και τη φροντίζουν με σπάνια ανθρωπιά. Έτσι λειτουργούν εξισορροπητικά για τους υπόλοιπους χαρακτήρες που φαίνεται να έχουν τερατώδεις πτυχές. 



Δεν συμφωνώ με όλα όσα λέει ο αρθρογράφος -που είναι πολύ καλός στην ανάλυση σειρών και ταινιών-, αλλά διαβάστε εδώ για περισσότερη και πιο ολοκληρωμένη ανάλυση για τη σειρά ή απλώς δείτε τη, όπως αρχικά έκανα κι εγώ και, σε κάθε περίπτωση, περιμένετε μονάχα τη συγκίνηση, την ταραχή, την αγωνία και την έκπληξη που ο Vaillée ξέρει να δίνει στα έργα του. Το τέλος της σειράς είναι αμφίρροπο, διάβασα κάποιες εξηγήσεις και κατάλαβα, ίσως θα έπρεπε να πάω και στο βιβλίο, αλλά φάνηκε σαν να κόπηκε απότομα. Αλλά αυτά είναι και τα κακά των ωραίων πραγμάτων –προορίζονται κάποτε να τελειώσουν, κάποιες φορές γρήγορα, στακάτα και απότομα. 



Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

First Reformed

2017 // Paul Schrader 

Ο εντυπωσιακός Ethan Hawke παρουσιάζεται ως ένας πειθαρχημένος, αυστηρός αιδεσιμότατος -Ernst Toller- που δουλεύει ως ξεναγός σε μία ιστορική προτεσταντική εκκλησία 250 ετών-Dutch First Reformed. Δεν είναι ενεργός ιερέας, λειτουργεί σαν βοηθητικό προσωπικό. Ο καπιταλιστής και φιλοχρήματος δήμαρχος της πόλης του έχει αναθέσει αυτό το πόστο, ώστε να μπορεί να κάνει κάτι στη ζωή του-φιλανθρωπικά-, καθώς ο Toller έχει περάσει κάποια δεινά. Έχει χάσει τον γιο του στο Ιράκ, ενώ ο γάμος του δεν άντεξε αυτή την απώλεια, αφού η γυναίκα του τον κατηγόρησε ως υπεύθυνο και τον παράτησε.

Οπότε και ξεκινάει να γράφει ένα ημερολόγιο, μέσα από τον αυστηρό βίο που έχει επιλέξει για τον εαυτό του, όπου καταγράφει τις πιο μύχιες σκέψεις του, με σκοπό να το καταστρέψει μόλις περάσει ένας χρόνος. Η μοναχικότητα αυτής της πράξης του μας δείχνει πώς ξετυλίγει σιγά σιγά τα τρίσβαθα του εαυτού του που φυσικά δεν είναι και τόσο φωτεινά, αλλά δεν είναι και τόσο σκοτεινά όσο ο ίδιος πιστεύει. Κατηγορεί τον εαυτό του συνεχώς για οτιδήποτε, αφού δεν έχει αποδεχθεί πως ο θάνατος του γιου του δεν ήταν αποκλειστικά δική του ευθύνη.
Η πρώτη τομή της ταινίας γίνεται όταν η Μαίρη, μία πιστή εγκυμονούσα γυναίκα ζητάει από τον Toller να μιλήσει με τον άνδρα της που είναι ακτιβιστής για τη διάσωσή του περιβάλλοντος. Η ίδια είναι πιστή, ο άνδρας της όχι. Θέλει να τον βοηθήσει και καταφεύγει στον ιερέα, γιατί ο άνδρας της έχει αρνηθεί να πάει σε κέντρο ψυχικής υγείας, αφού θεωρεί ότι είναι δομημένα και φτιαγμένα σαν επιχειρήσεις.


Ο άνδρας της Μαίρης βιώνει υπαρξιακή απελπισία, πιθανώς πάσχει από κλινική κατάθλιψη, ενώ είναι τρομοκρατημένος για αυτά που παρατηρεί ότι συμβαίνουν γύρω του. Ο ίδιος στηρίζει την ψυχική του κατάσταση στο ότι αντιλαμβάνεται τη σκληρότητα του κόσμου και προβλέπει, μέσω επιστημονικών ερευνών και συμπερασμάτων, πως δεν γίνεται να αντέξει την καταστροφή που έχει προκαλέσει ο άνθρωπος στον πλανήτη, πόσο μάλλον να φέρει το παιδί του, μία νέα ζωή, μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Ο αιδεσιμότατος αναλαμβάνει να βοηθήσει τον άνδρα της Μαίρης, οπότε και βλέπουμε μία σειρά ακραίων εξελίξεων στις ζωές των τριών ηρώων.



Κατά τη διάρκεια της ταινίας, παρακολουθούμε έναν πολύ ωραίο διάλογο ανάμεσα στον άθεο  κι απελπισμένο ακτιβιστή για τη διάσωση του περιβάλλοντος από την καταστροφική ανθρώπινη επέμβαση, και στον αυστηρό ιερέα που ψυχαναγκαστικά ασπάζεται τον θεό του. Και οι δύο έχουν επιχειρήματα, αλλά, ταυτόχρονα, αγγίζουν τις στενές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ λογικής και παράνοιας μέσα από έναν υποδόριο εσωτερικό δρόμο. 
Επίσης, ακόμα και στον διάλογο και γενικά, στην ταινία, παρακολουθούμε τις εσωτερικές σκέψεις του αιδεσιμότατου που θίγουν φιλοσοφικούς προβληματισμούς, κάποτε λογικούς και άλλες φορές όχι και τόσο. 
Σε μία σκηνή, πίσω από τον αιδεσιμότατο που έχει καθίσει να γευματίσει με την ψάλτρια και πρώην ερωμένη του, βλέπουμε αποσπάσματα από το ευαγγέλιο που είναι ειρωνικά και έρχονται σε αντίστιξη με την εικόνα. Στην ταινία θίγονται τα ζητήματα της καταστροφής του περιβάλλοντος, της προσωπικής διαχείρισης της απώλειας και του πένθους, της θρησκευτικής πίστης και του βιώματος του χριστιανικού Γολγοθά, καθώς και τα προβλήματα του χριστιανικού νεοφιλελευθερισμού.
Η εξέλιξη του σεναρίου είναι εντυπωσιακή, ωστόσο όχι αναλυτική. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται κάποια κενά στην πλοκή. Είναι σαν ο Paul Schrader να επιλέγει μία άλλη εκδοχή του χαρακτήρα Travis Bickle, από το Taxi Driver, αφού ο αιδεσιμότατος Toller, εδώ, καλείται να αναλάβει να διασώσει το συμβολικό "νεαρό κορίτσι", μία άλλη μορφή της παρθένου Μαρίας, που είναι εκτεθειμένο στην κακή διαχείριση του περιβάλλοντος -άλλοτε του αστικού και εδώ του φυσικού- από τον υλιστή και φιλοχρήματο άνθρωπο.
Και οι δύο ήρωες του Schrader έχουν το υπέρτατο κοινό της βίωσης του πόνου και της απελπισίας λόγω της υπάρχουσας επικρατούσας κατάστασης. Αυτός ο κόσμος δεν δείχνει να τους χωρά, δεν τους ταιριάζει, οπότε και περιθωριοποιούνται. Σε άλλη σκηνή, ο αιδεσιμότατος αναρωτιέται μέσα του αν ο Ιησούς νοιαζόταν "αν αρέσει". Υπάρχει μία συνεχής εκκρεμής διερώτηση και μία υπαρξιακή ανασφάλεια που έχει δημιουργηθεί από τα κενά του κόσμου γύρω, από τα τραύματα του παρελθόντος και από τη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου και οριστικού τέλους που τίθεται με την έλευση του θανάτου. 

Όμως, ποια είναι η λύση στην απελπισία; Δίνεται μία απάντηση στην τελευταία σκηνή, εντούτοις δεν είμαι σίγουρη για το μήνυμα που ήθελε να δώσει ο σκηνοθέτης. Μου φάνηκε δυσνόητη και οφείλω να ομολογήσω, κάπως άκυρη. Πάντως, είναι βέβαιο πως το First Reformed είναι μία ταινία που χρησιμοποιεί επιτέλους επιτυχημένα το ψυχρό μεταφυσικό αισθητικό υπόβαθρο που χρειάζεται για να περιγράψει την ψυχοπαθολογία της θρησκευτικής -και όχι μόνο-πίστης. Η ταινία έχει δόκιμες εναλλαγές φωτός και σκιάς και δίνει σαφείς πληροφορίες για τις εξελίξεις που βλέπουμε.

Τέλος, έχει και μία υπέροχη σκηνή συναισθηματικού οραματισμού και μεταφυσικού παραληρήματος που με συνεπήρε και δεν την περίμενα καθόλου μέσα σε μία τέτοια ταινία. Η αισθητική της ταινίας είναι άψογη. Οι λείψεις πολύ προσεγμένες, το στήσιμο των σκηνών είναι φοβερό. Με απλότητα και ψυχρά χρώματα αναδεικνύονται οι διάφορες συναισθηματικές διακυμάνσεις των πρωταγωνιστών. Παραθέτω ένα εικαστικό δείγμα, τα υπόλοιπα να τα δείτε.


Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

Incident in a Ghostland


Pascal Laugier // 2018


Μετά το Martyrs, δεν ήθελα να ξαναδώ horror ταινία για πολύ καιρό. Δεν συγκράτησα ποτέ τον σκηνοθέτη, ούτε τον έψαξα. Μου είχαν δημιουργηθεί κάποια τραύματα από τη φρίκη και τον τρόμο και αυτό γιατί η ταινία με επηρέασε κάπως και φιλοσοφικά. Μόλις είδα το Ghostland,  αμέσως μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να ψάξω για τον/τη δημιουργό και όταν είδα ότι ο ίδιος έκανε και το Martyrs κατάλαβα τις συνδέσεις της φρίκης. Το Ghostland δεν είναι ένα απλό horror. Εκτός από μνεία στον Lovecraft, αποτελεί ένα όχι και τόσο πρωτότυπο, όμως σίγουρα ξεχωριστό ψυχολογικό θρίλερ. Κτίζει τον τρόμο, όπως τον κτίζει η κοινωνία για τις γυναίκες. Έχει εξαιρετική αισθητική και φοβερή κινηματογράφηση που έχει αυτές τις εκρήξεις ταραχής και ανδρεναλίνης, ανάμεικτες με μία αίσθηση ανατροπής που μόνο στον γιαπωνέζικο Horror κινηματογράφο συναντάμε.

Τρεις γυναίκες, μαμά και κόρες, μετακομίζουν σε ένα σπίτι σε μία απομονωμένη περιοχή μέσα στο δάσος. Οι κίνδυνοι που καιροφυλακτούν είναι πολλοί. Οι τρεις γυναίκες βλέπουμε πως έχουν κάποια ενδοοικογενειακά σύνδρομα, ωστόσο δυστυχώς οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται πάρα πολύ. Βλέπουμε τη μία από τις κόρες, την Beth που γράφει ιστορίες τρόμου –ως κεντρική χαρακτήρα– να βιώνει διάφορα ωραία κινηματογραφικά τερτίπια ανατροπής με όνειρα, οράματα και φλάσμπακς και καταλαβαίνουμε ότι ο Pascal Laugier είναι απόλυτα ενθουσιασμένος και καλός κινηματογραφιστής και θέλει να τα βάλει όλα μέσα. Και το καταφέρνει. Κούκλες σατανικές που τρομάζουν, αλλά όχι και τόσο τελικά, γιατί τα τέρατα είναι άλλα στην πραγματικότητα, πιο ανθρώπινα από ό,τι είναι τα φαντάσματα ή τα πνεύματα. Η απεικόνιση του τέρατος-βιαστή στην ταινία είναι προβληματική, εντούτοις όχι μη ρεαλιστική απαραίτητα. Ένας άνδρας τεράστιος που είναι παραμορφωμένος χωρίς να έχουμε κάποια ανάλυση για το τι του συνέβη οδηγάει ένα φορτηγό με γλυκά –αμερικάνικο προϊόν– και επιδιώκει να βιάζει και να βασανίζει νεαρές γυναίκες που ένας άνδρας crossdresser ή τρανς γυναίκα (δεν γίνεται ξεκάθαρο) –συνοδός του άνδρα-τις ντύνει με μέικαπ και κουκλίστικα ρούχα.

Εδώ παρατηρούμε πως υπάρχει ένα κενό στην πλοκή σαφέστατα, γιατί ο σεναριογράφος/σκηνοθέτης δεν μας δίνει κανένα υπόβαθρο για τους τερατώδεις και απαίσιους βιαστές, αλλά μας λέει στερεοτυπικά ότι οι βιαστές είναι παραμορφωμένοι, κοινωνικά δύσμορφοι, διανοητικά περίπλοκοι και εμφανισιακά τρανς ή τεράστιοι.  Ίσως ο τρόμος του διαφορετικού χρησιμοποιείται πολύ έντονα και κάπως εύκολα για να ταράξει. Αλλά από την άλλη κάπως έτσι μάλλον εικονοποιούνται οι βιαστές στα μυαλά των γυναικών. Σαδιστικά και άσχημα και αυτό θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελεί μία προέκταση της κοινωνικής προβληματικής περί της στερεοτυπικής απεικόνισης του βιαστή.
Επιστρέφοντας στην πλοκή, οι τρεις γυναίκες προσπαθούν να σωθούν και βλέπουμε τι συμβαίνει όταν δεν τα καταφέρνουν, όπως βλέπουμε και την προσπάθεια τη πρωταγωνίστριας αδερφής να ξεφύγει από το παρανοϊκό παραλήρημα που την πιάνει απέναντι σε αυτά που τη ζει, να παγώσει τον χρόνο και να ξεφύγει από τη φρίκη και τον απόλυτο τρόμο. Όλα αυτά μέσα σε ένα άψογο αισθητικά σκηνικό. Η ταινία είναι γαλλικής παραγωγής, αλλά το σπίτι στο οποίο εκτυλίσσεται και όλα όσα βλέπουμε είναι προφανώς αντλημένα από την αμερικάνικη horror παράδοση και λίγο τονισμένα με την ακρότητα του γιαπωνέζικου αντίστοιχου κινηματογράφου. Στο Ghostland δεν θέλει κανείς/μία να βρεθεί, ούτε κανένα incident να συμβεί. Είτε στον ξύπνιο είτε στον ύπνο μοιάζει με έναν εφιάλτη που ποτέ δεν τελειώνει.

Κυριακή 24 Ιουνίου 2018

120 battements par minute

(BPM)

2017 // Robin Campillo


Είναι το Pride (2014) που ήταν πιο γιορταστική ταινία, είναι και το Normal Heart (2014) που είναι πιο δραματική και συγκινητική σε σημεία και τώρα έχουμε να κάνουμε με μία ακόμα περίπτωση ακτιβιστικού κινηματογράφου: BPM, 120 battements par minute (2017). 



Να είστε προετοιμασμένες/οι με χαρτομαντιλάκια να αντιμετωπίσετε αυτό το έξοχο δράμα για τη διαχείριση του άγνωστου για τα τότε δεδομένα ιού Aids στη Γαλλία. Η ταινία αφορά τη δράση μίας ομάδας που προσπαθεί να ενημερωθεί και να ενημερώσει τον κόσμο για τον HIV. Η ομάδα αποτελείται κυρίως από οροθετικές/ούς και νοσούντες, οπότε το θέμα είναι ήδη αρκετά έντονο συναισθηματικά. Ελπίζω, βλέποντάς τη να διαπιστώσετε κι εσείς πώς η πιο απλή κινηματογράφηση μπορεί να αποδώσει ένα τέτοιο ζήτημα. Σημαντικό είναι ότι η ταινία δείχνει τον τρόπο λειτουργίας των συνελεύσεων (δεν έχω ξαναδεί να αναλύονται οι κανόνες μίας αυτοοργανωμένης συνέλευσης σε ταινία, προτείνετέ μου αν έχετε δει κάπου αλλού κάτι αντίστοιχο).  





Το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι είναι και θεματολογικό και υφολογικό στοιχείο, οπότε και βλέπουμε απίστευτες σκηνές χορού, χωρίς περιττά στοιχεία και φορτώματα. Smalltown boy από Bronski Beat, ανθρώπινη δυστυχία και απελπισία, μάχη με τις φαρμακευτικές και με τον ίδιο τον θάνατο που καραδοκεί ανελέητος, πληγώνοντας τον έρωτα. Πολύ τρυφερές σκηνές και χωρίς υπερβολές, καθώς το θέμα είναι φλέγον από μόνο του.




Μία πολύ δυνατή ταινία που συσχετίζεται με την αντιμετώπιση της νόσου, το στίγμα, τον σεξισμό που ακόμα καλά κρατεί, δυστυχώς και είναι σαν να μην πέρασε μία μέρα, αλλά και τον έρωτα που όσο δυνατός κι αν είναι, δεν υπερβαίνει δυστυχώς τον θάνατο. Ο έρωτας εδώ γίνεται μία δήλωση ζωής, μία δήλωση πολιτικής πράξης και αντίστασης -στον καπιταλισμό των φαρμακευτικών από τη μία και στην διαρκή διαμάχη με το τέλος από την άλλη.